βλάσαμον , τό , metath. for βάλσαμον , v.l. in Nic. Al. 64 . βλάσαμον,τό, metath. forβάλσαμον,v.l. in Nic. Al. 64 .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
βλάσαμον , τό , metath. for βάλσαμον , v.l. in Nic. Al. 64 . βλάσαμον,τό, metath. forβάλσαμον,v.l. in Nic. Al. 64 .
βλαστ-εῖον , τό , = βλάστη , Nic. Al. 609 (pl.). βλαστ-εῖον,τό, A. = βλάστη , Nic. Al. 609 (pl.).
βλαστόν , τό , = sq., Nic. Fr. 74.52 . βλαστόν,τό,=sq., Nic. Fr. 74.52 .
βλαυτ-ίον , τό , Dim. of foreg., Ar. Eq. 889 , Aristodem. 8 , AP 6.293 ( Leon. ); βλαύρια in Hsch. , Cyr. βλαυτ-ίον,τό, Dim. of foreg., Ar. Eq. 889 , Aristodem. 8 , AP 6.293 ( Leon. );βλαύριαin Hsch.
βλάχνον , τό , = βλῆχνον , Phan.Hist. 25 , Sch. Nic. Th. 39 :—also βλάθρον and βλάχρον , Hsch. βλάχνον,τό, A. = βλῆχνον , Phan.Hist. 25 , Sch. Nic. Th. 39 :—alsoβλάθρονandβλάχρον, Hsch.
act of sight βλέψις,εως,ἡ, A. act of sight, τὸ βλεπόμενον τὸ ὄν, οὺχ ἡ β. Plot. 6.2.8 . II. sight(i. e.thing seen), πρὸς τὴν βλέψιν ἀναφλεχθείς Plu. Pel. 32 . III. metaph.,contemplation, consid
βλητ-ικόν , τό , = βλητόν (v. βλητός 2 ), Thphr. Fr. 178 . striking , β. ζῷα , opp. δάκετα ( biting ), prob. for βλητά in Ael. NA 3.32 . βλητ-ικόν,τό, A. = βλητόν (v. βλητός 2 ), Thphr. Fr. 178 .
βλήχ-ημα , ατος , τό , = βληχή , Hsch. (pl.): sg., = μωρός, προβατώδης , Id. βλήχ-ημα,ατος,τό, A. = βληχή , Hsch. (pl.): sg., = μωρός, προβατώδης , Id.
βληχώνιον , τό , = βλήχων , Sch. Theoc. 5.56 . βληχώνιον,τό, A. = βλήχων , Sch. Theoc. 5.56 .
βο-άνθεμον , τό , = βούφθαλμον , Hp. Mul. 1.78 , Nic. Fr. 74.38 . βο-άνθεμον,τό, A. = βούφθαλμον , Hp. Mul. 1.78 , Nic. Fr. 74.38 .
βο-αύλιον , τό , Dim. of sq., Epic. in Arch.Pap. 7.7 , Orph. A. 438 . βο-αύλιον,τό, Dim. of sq., Epic. in Arch.Pap. 7.7 , Orph. A. 438 .
βοιδ-άριον , τό , Dim. of βοῦς , Ar. Av. 585 , Fr. 82 . βοιδ-άριον,τό, Dim. of βοῦς, Ar. Av. 585 , Fr. 82 .
small cuttle-fish βολβ-άριον,τό, Dim. of βολβός, Epict. Ench. 7 .-ίδιον,τό , A. small cuttle-fish, with a strong smell, Hp. Mul. 2.133 :-ίτιον, Gal. 19.89 .
βολβ-ίον , τό , Dim. of βολβός , Hp. Mul. 2.196 . βολβ-ίον,τό, Dim. of βολβός, Hp. Mul. 2.196 .
βόλβῐτον , τό , or βόλβῐτος , ὁ , Thphr. HP 5.5.3 , Dsc. 2.167 , Archig. ap. Gal. 12.173 , worse forms of βόλιτον, -τος , acc. to Phryn. 335 . βόλβῐτον,τό, orβόλβῐτος,ὁ, Thphr. HP 5.5.3 , Dsc. 2.167 ,
βολίδιον , τό , Dim. of βολίς 2 , Olymp. in Mete. 298.33 . βολίδιον,τό, Dim. of A. βολίς 2 , Olymp. in Mete. 298.33 .
βόλυνθον , τό , = βόλιτον , Hsch. βόλυνθον,τό, A. = βόλιτον , Hsch.
βομβῠ́λι-ον , τό , = βολβίδιον , Gal. 19.89 . βομβῠ́λι-ον,τό, A. = βολβίδιον , Gal. 19.89 .
βοο-στάσιον [ᾰ] , τό , = sq., Stud.Pal. 20.74 (iii A. D.) . βοο-στάσιον [ᾰ],τό,=sq., Stud.Pal. 20.74 (iii A. D.).
βοσπορ-εῖον , τό , name of a temple, Dccr.Byz. ap. D. 18.91 : βοσπορ-εῖον,τό, name of a temple, Dccr.Byz. ap. D. 18.91 :
βοτᾰν-ίδιον , τό , Dim. of βοτάνη , Sch. Pi. N. 6.71 . βοτᾰν-ίδιον,τό, Dim. of βοτάνη, Sch. Pi. N. 6.71 .
βοτᾰ́ν-ιον , τό , Dim. of βοτάνη , Thphr. CP 2.17.3 , Dsc. 2.156 : Pl. , Antiph. 142.3 (s. v.l.). β. Ἑρμοῦ, = λινόζωστις , Dsc. 4.189 . βοτᾰ́ν-ιον,τό, Dim. of βοτάνη, Thphr. CP 2.17.3 , Dsc. 2.156 :
βού-θουτον , τό , a plant, = ἀμέμαρον ( Lacon. ), Hsch. βού-θουτον,τό, a plant, A. = ἀμέμαρον ( Lacon. ), Hsch.
βου-θύσιον [ ῠ], τό , = foreg., Sch. A.R. 1.516 . βου-θύσιον[ῠ],τό ,=foreg.,Sch.A.R. 1.516 .