βωμάκευμα [ μᾱ], ατος , τό , = βωμολόχευμα , Apollod.Cyren. ap. Sch. Pl. R. 606c (pl.), EM 218.7 . βωμάκευμα[μᾱ],ατος,τό, A. = βωμολόχευμα , Apollod.Cyren. ap. Sch. Pl. R. 606c (pl.), EM 218.7 .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
βωμάκευμα [ μᾱ], ατος , τό , = βωμολόχευμα , Apollod.Cyren. ap. Sch. Pl. R. 606c (pl.), EM 218.7 . βωμάκευμα[μᾱ],ατος,τό, A. = βωμολόχευμα , Apollod.Cyren. ap. Sch. Pl. R. 606c (pl.), EM 218.7 .
γαγγαίνειν: τὸ μετὰ γέλωτος προσπαίζειν , Hsch. γαγγαίνειν: τὸ μετὰ γέλωτος προσπαίζειν, Hsch.
γαγγραίν-ωμα , τό , = sq., Pall. Febr. 7 . γαγγραίν-ωμα,τό,=sq., Pall. Febr. 7 .
γᾰλεό-βδολον , τό , = γαλήοψις , Dsc. 4.94 . γᾰλεό-βδολον,τό, A. = γαλήοψις , Dsc. 4.94 .
γάλη: ἐξέδρας εἶδος, καὶ ἐν ᾗ (leg. γαλῆ ) γαλέα τὸ ζῷον , Hsch. γάλη: ἐξέδρας εἶδος, καὶ ἐν ᾗ(leg.γαλῆ)γαλέα τὸ ζῷον, Hsch.
γάλλι , τό , = δρῶπαξ , Aët. 3.180 . γάλλι,τό, A. = δρῶπαξ , Aët. 3.180 .
γαλωνές: χρῶμα ἵππων τὸ ὀνοειδές , EM 220.32 . γαλωνές: χρῶμα ἵππων τὸ ὀνοειδές, EM 220.32 .
γᾰμήλ-ευμα , τό , = γάμος , A. Ch. 624 (lyr.). γᾰμήλ-ευμα,τό, A. = γάμος , A. Ch. 624 (lyr.).
γάπεδον , τό , Dor. for γήπεδον , IG 4.823.58 ( Troezen ). γάπεδον,τό, Dor. forγήπεδον, IG 4.823.58 (Troezen).
γάργανον , τό , v. τάργανον . γάργανον,τό, A. v. τάργανον .
γάριον [ ᾰ], τό , Dim. of γάρος , Arr. Epict. 2.20.29 , POxy. 1759.9 (ii A. D.) . γάριον[ᾰ],τό , Dim. of γάρος, Arr. Epict. 2.20.29 , POxy. 1759.9 (ii A. D.).
γαστρίδιον , τό , Dim. of γαστήρ, γαστρίον , Ar. Nu. 392 . γαστρίδιον,τό, Dim. of γαστήρ, γαστρίον, Ar. Nu. 392 .
of earth, earthy γεηρός,όν, (γέα) A. of earth, earthy, Arist. GA 743a12 , etc.; γ. καὶ πετρώδη Pl. R. 612a , cf. Hp. Aër. 7 ;τὸ γ., opp.τὸ οὐράνιον, Them. Or. 32.359a .
γειδάριον , τό , = γαϊδάριον , BGU 377 . γειδάριον,τό, A. = γαϊδάριον , BGU 377 .
γειτνί-ᾱμα , ατος , τό , gloss on γειτόνημα , Hsch. γειτνί-ᾱμα,ατος,τό, A. gloss on γειτόνημα , Hsch.
γέμ-ισμα , ατος , τό , gloss on γέμος , Hsch. γέμ-ισμα,ατος,τό, A. gloss on γέμος , Hsch.
γενεθλίωμα , ατος , τό , = γενέθλη , Iamb. ap. Sch. Hes. Th. 459 . γενεθλίωμα,ατος,τό, A. = γενέθλη , Iamb. ap. Sch. Hes. Th. 459 .
γεντιὰς ῥίζα , = foreg., Androm. ap. Gal. 14.41 . = γλυκύρριζα , Dsc. 3.5 ; = κενταύρειον τὸ μέγα ib. 6 . γεντιὰς ῥίζα,=foreg., Androm. ap. Gal. 14.41 . 2. = γλυκύρριζα , Dsc. 3.5 ; = κενταύρειον τὸ
γεροντ-άριον , τό , = γερόντιον , Gloss. γεροντ-άριον,τό, A. = γερόντιον ,Gloss.
γεφῡ́ρ-ιον , τό , Dim. of γέφῡρα , Ael. VH 8.14 . γεφῡ́ρ-ιον,τό, Dim. of γέφῡρα, Ael. VH 8.14 .
earth-like, earthy γεώδης,ες, A. earth-like, earthy, Pl. Phd. 81c , Hierocl. in CA Praef. p.417 M.;γ. καὶ ἄλιθον with deep soil, X. An. 6.4.5 , al.; τὸ γ. Arist. GA 753a25 , 782b22 ;τὸ -εστερονib
γῆθος , εος , τό , = sq., Epicur. Fr. 423 , Plu. Ages. 29 , Luc. Am. 9 , etc. γῆθος,εος,τό,=sq., Epicur. Fr. 423 , Plu. Ages. 29 , Luc. Am. 9 , etc.
γήθυον , τό , = γήτειον , Ar. Fr. 5 , Phryn.Com. 12 , Thphr. 7.1.2 , etc. γήθυον,τό, A. = γήτειον , Ar. Fr. 5 , Phryn.Com. 12 , Thphr. 7.1.2 , etc.
γήρ-ᾱμα , ατος , τό , = γήρειον , Sch. Arat. 921 . γήρ-ᾱμα,ατος,τό, A. = γήρειον , Sch. Arat. 921 .