πολυ-φερβής , ές , = πολύφορβος , Nonn. D. 5.218 . πολυ-φερβής,ές, A. = πολύφορβος , Nonn. D. 5.218 .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
πολυ-φερβής , ές , = πολύφορβος , Nonn. D. 5.218 . πολυ-φερβής,ές, A. = πολύφορβος , Nonn. D. 5.218 .
πορφῠρ-ώδης , ες , = πορφυροειδής , EM 486.46 , v.l. in Artem. 2.36 . πορφῠρ-ώδης,ες, A. = πορφυροειδής , EM 486.46 ,v.l. in Artem. 2.36 .
πορφῠρο-βᾰφής , ές , = πορφυρόβαπτος , AB 379 , Poll. 7.63 , v.l. in Artem. 2.3 . πορφῠρο-βᾰφής,ές, A. = πορφυρόβαπτος , AB 379 , Poll. 7.63 ,v.l. in Artem. 2.3 .
ποσσαέτης , ες , = ποσέτης , used as fem. (nisi leg. ποσσαέτης,ες, A. = ποσέτης , used as fem. (nisi leg.
ποτᾱνής , ές , Dor. for προσηνής, Cleobul. ap. D.L. 1.93 ( Sup. ). ποτᾱνής,ές, Dor. forπροσηνής, Cleobul. ap. D.L. 1.93 ( Sup. ).
πρασῐν-ώδης , ες , = πρασινοειδής , Sch. Theoc. 4.28 . πρασῐν-ώδης,ες, A. = πρασινοειδής , Sch. Theoc. 4.28 .
looking out for προ-σκοπή(A),ἡ, A. looking out for, ἐς π. τῶν Φοινισσῶν νεῶν οἴχεσθαι Th. 1.116 ; ἐς π. πεμφθέντες D.C. 36.9 .
perch, προκαθ-ίζω, Ion. προκαθ-κατίζω, A. perch,of birds, Il. 2.463 . 2. sit in public, sit in state, ἐς θρόνον Hdt. 1.14 , cf. 97 ; ἐν τῆ βασιλείῳ ἕδρᾳ Hdn. 1.9.3 :— Med. , προκατίζεσθαι ἐς τ
προσᾱνής , ές , Dor. for προσηνής (q.v.). προσᾱνής,ές, Dor. forπροσηνής(q.v.).
προσεικής , ές , = προσείκελος , Nic. Th. 292 . = blandus, Gloss. προσεικής,ές, A. = προσείκελος , Nic. Th. 292 . II. = blandus, Gloss.
προσφᾰνής , ές , dub. sens., προσφανῆ: Θεόφραστος ἐν Μεταλλικῷ χρυσίου συρροάς , Hsch. προσφᾰνής,ές, dub. sens.,προσφανῆ: Θεόφραστος ἐν Μεταλλικῷ χρυσίου συρροάς, Hsch.
πυξ-ώδης , ες ,= πυξοειδής, τὴν χρόαν π. Dsc. 1.16 . πυξ-ώδης,ες,= A. πυξοειδής, τὴν χρόαν π. Dsc. 1.16 .
πῠρ-ώπης , ες ,= sq., Opp. C. 2.317 ; fem. πῠρ-ῶπις , ιδος , Nonn. D. 5.221 . πῠρ-ώπης,ες,= sq., Opp. C. 2.317 ; fem.πῠρ-ῶπις,ιδος, Nonn. D. 5.221 .
πῡρᾰμῐδ-οειδής , ές ,= foreg., Epicur. Nat. 14.5 . πῡρᾰμῐδ-οειδής,ές,= foreg., Epicur. Nat. 14.5 .
πῠρι-κᾰής , ές ,= πυρίκαυστος , AP 6.281 ( Leon. ); πυρετός Gal. 16.709 . [ ᾱ metri gr. in AP l.c.] πῠρι-κᾰής,ές,=πυρίκαυστος, AP 6.281 ( Leon. ); A. πυρετός Gal. 16.709 . [ᾱmetri gr. inAPl.c.]
πῠρι-ρρᾰγής , ές ,= πυρορραγής , Poll. 7.164 , Phot. πῠρι-ρρᾰγής,ές,=πυρορραγής, Poll. 7.164 , Phot.
πῠρι-φλεγέθης , ες ,= πυριφλεγής 2 , κοιλίη Hp. Mul. 1.52 , cf. 2.178 . πῠρι-φλεγέθης,ες,= A. πυριφλεγής 2 , κοιλίη Hp. Mul. 1.52 , cf. 2.178 .
ῥᾱγώδης , ες ,= ῥαγοειδής , Thphr. HP 6.2.9 , 7.15.4 . ῥᾱγώδης,ες,=ῥαγοειδής, Thphr. HP 6.2.9 , 7.15.4 .
ῥεμβοειδής , ές , f.l. in Hp. Art. 45 and Erot.ad loc. ( Fr. 41 ) for ῥαιβοειδής . ῥεμβοειδής,ές,f.l. in Hp. Art. 45 and Erot.ad loc. ( Fr. 41 ) forῥαιβοειδής.
rose-like, rosy ῥοδο-ειδής,ές, A. rose-like, rosy, Musae. 114 , AP 15.40.18 (Cometas);χιτών f.l. for ῥαγοειδής in Poll. 2.70 ;-ές,τό , name of a remedy for nose-bleeding, Orib. Fr. 15 .
ῥοικώδης , ες ,= ῥοικοειδής, ὀστέα Hp. Mochl. 30 ( f.l. for ῥοιώδης , cf. ῥοώδεα ὀστέα ap. Erot. );= γαῦσος καὶ στρεβλός , Hp. ( Art. 86 ) ap. Erot. ( ῥοιώδη codd. Hp. , v. ῥοιώδης ). ῥοικώδης,ες,= A
ῥομβ-ώδης , ες , f.l. for ῥεμβώδης , Plu. 2.715c . ῥομβ-ώδης,ες, A. f.l. for ῥεμβώδης , Plu. 2.715c .
ῥοπᾰλ-ώδης , ες , t. t. of the pulse, invented by Archig. , Gal. 8.943 . ῥοπᾰλ-ώδης,ες, t. t. of the pulse, invented by Archig. , Gal. 8.943 .
σησᾰμώδης , ες ,= σησαμοειδής, σπέρμα, καρπός , Thphr. HP 6.5.3 , 9.9.2 . σησᾰμώδης,ες,=σησαμοειδής, σπέρμα, καρπός, Thphr. HP 6.5.3 , 9.9.2 .