ἀσημ-άνθρωπος , ὁ , 'electron-man', Zos.Alch. p.207B. ; cf. ἀργυράνθρωπος. ἀσημ-άνθρωπος,ὁ, 'electron-man', Zos.Alch. p.207B. ; cf.ἀργυράνθρωπος.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἀσημ-άνθρωπος , ὁ , 'electron-man', Zos.Alch. p.207B. ; cf. ἀργυράνθρωπος. ἀσημ-άνθρωπος,ὁ, 'electron-man', Zos.Alch. p.207B. ; cf.ἀργυράνθρωπος.
ἀσθμ-ατίας , ου , ὁ , = sq., Adam. 2.41 . ἀσθμ-ατίας,ου,ὁ,=sq., Adam. 2.41 .
Ἀσί-αρχος , ὁ , = Ἀσιάρχης , CIG 2990a ( Ephesus ). Ἀσί-αρχος,ὁ, A. = Ἀσιάρχης , CIG 2990a (Ephesus).
ἀσκ-ητήρ , ῆρος , ὁ , = sq., Poet. ap. Gal. Protr. 13 (leg. ἀσκήτορες. ) ἀσκ-ητήρ,ῆρος,ὁ,=sq., Poet. ap. Gal. Protr. 13 (leg.ἀσκήτορες.)
ἀσκάλᾰβος [ κᾰ], ὁ , = sq., GDI 3123 (Corinthian vase), Nic. Th. 484 , Ant.Lib. 24.3 . ἀσκάλᾰβος[κᾰ],ὁ, =sq., GDI 3123 (Corinthian vase), Nic. Th. 484 , Ant.Lib. 24.3 .
ᾀσμός , ὁ , = ᾆσμα , Pl.Com. 235 . ᾀσμός,ὁ, A. = ᾆσμα , Pl.Com. 235 .
ἀσπ-ιστήρ , ῆρος , ὁ , = sq., S. Aj. 565 , E. Heracl. 277 . ἀσπ-ιστήρ,ῆρος,ὁ,=sq., S. Aj. 565 , E. Heracl. 277 .
ἀσπᾰλι-εύς , έως , ὁ , = sq., Nic. Th. 704 , Opp. H. 3.29 , al. ἀσπᾰλι-εύς,έως,ὁ,=sq., Nic. Th. 704 , Opp. H. 3.29 , al.
ἄσπαλον: σκύτος, Hsch. ἄσπαλος , ὁ , = ἰχθύς (Athaman.), Id. ἀσπάνιον: πάσσαλον, Id. ἄσπαλον: σκύτος, Hsch. ἄσπαλος,ὁ, A. = ἰχθύς (Athaman.), Id.ἀσπάνιον: πάσσαλον,Id.
ἄσπεδος , ὁ , dub. in Epich. 42 ; perh. ἀσπέτους as Adj. shd. be read. ἄσπεδος,ὁ, dub. in Epich. 42 ; perh.ἀσπέτουςasAdj.shd. be read.
the smooth lobster, ἀστακός,ὁ, A. the smooth lobster, Philyll. 13 , Arist. HA 526a11 , 549b14 , Matro Conv. 66 , Archestr. Fr. 24.1 ;ὁ ἐν τοῖς ποταμοῖς ἀ. therivercray-fish, Arist. HA 530a28 . II.
ἀστέλεχος: ὁ δακτύλιος, ἕδρα, Hsch. ἀστέλεχος: ὁ δακτύλιος, ἕδρα, Hsch.
ἀστολόγος , ὁ , title in Egypt, Sammelb. 969 . ἀστολόγος,ὁ, title in Egypt, Sammelb. 969 .
ἀστραφιστήρ , ῆρος , ὁ , dub. sens. in IG 2.808d65 ; cf. ἀστραβιστήρ. ἀστραφιστήρ,ῆρος,ὁ, dub. sens. in IG 2.808d65 ; cf.ἀστραβιστήρ.
ἄστρις , ιος , ἡ , = ἀστράγαλος , Call. Fr. 238 , 239 :—also ἄστρῐχος , ὁ , Antiph. 92 . ἄστρις,ιος,ἡ, A. = ἀστράγαλος , Call. Fr. 238 , 239 :—alsoἄστρῐχος,ὁ, Antiph. 92 .
astronomer, ἀστρο-νόμος,ὁ, (νέμω) A. astronomer, Pl. R. 531a , etc.;ὁ ἀ.theastronomerpar excellence, i. e. Ptolemy, Olymp. in Mete. 188.33 :—asAdj., Nic. Dam. p.3D.
ἀστυλάζει: λυπεῖ μετὰ κλαυθμοῦ, Hsch. ἀστυλίς: φυτόν, ὅθεν ὁ ἰξός, Id. ἀστυλόν: τὸ τραχὺ ἱμάτιον, Id. ἀστυλάζει: λυπεῖ μετὰ κλαυθμοῦ, Hsch. ἀστυλίς: φυτόν, ὅθεν ὁ ἰξός,Id.ἀστυλόν: τὸ τραχὺ ἱμάτιον,I
ἀσφάλαξ [ φᾰ], ᾰκος , ὁ , = ἀσπάλαξ , Babr. 108.13 , Str. 15.1.44 , Hdn. Gr. 2.630 . ἀσφάλαξ[φᾰ],ᾰκος,ὁ, A. = ἀσπάλαξ , Babr. 108.13 , Str. 15.1.44 , Hdn. Gr. 2.630 .
ἀτάλυμνος [ ᾰτᾰ], ὁ , = κοκκυμηλέα , Nic. Al. 108 . ἀτάλυμνος[ᾰτᾰ],ὁ, A. = κοκκυμηλέα , Nic. Al. 108 .
ἀτῑμ-αστής , οῦ , ὁ , = foreg., Gloss. ἀτῑμ-αστής,οῦ,ὁ,=foreg.,Gloss.
ἀτίταν: ὁ μὴ ἔχων ἀποτῖσαι, Hsch. s.v. Τιτᾶνες. ἀτίταν: ὁ μὴ ἔχων ἀποτῖσαι, Hsch. A. s.v. Τιτᾶνες.
ἄτμενος , ὁ , = ἀτμήν , Archil. ap. Sch. Il. Oxy. 1087 , Call. Fr. 538 , Hsch. , Eust. 1750.62 :—as Adj. , ἄτμενον οἶτον Hsch. ἄτμενος,ὁ, A. = ἀτμήν , Archil. ap. Sch. Il. Oxy. 1087 , Call. Fr. 538
ἄτριψ , ῐβος , ὁ , = ἀτριβής II, Phryn. PS p.17B. : c. gen., Suid. ἄτριψ,ῐβος,ὁ, A. = ἀτριβής II, Phryn. PS p.17B. : c. gen., Suid.
ἀτρώς , ῶτος , ὁ , ἡ , = ἄτρωτος , Choerob. in Theod. p.159H. ἀτρώς,ῶτος,ὁ,ἡ, A. = ἄτρωτος , Choerob. in Theod. p.159H.