στηλο-ειδής , ές , v.l. for στυλ- . στηλο-ειδής,ές, A. v.l. for στυλ- .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
στηλο-ειδής , ές , v.l. for στυλ- . στηλο-ειδής,ές, A. v.l. for στυλ- .
στητώδης , ες , contr. for στεατώδης , Hp. ap. Gal. 19.140 . στητώδης,ες, contr. forστεατώδης, Hp. ap. Gal. 19.140 .
στομήρης , ες , v. στομώδης . στομήρης,ες, A. v. στομώδης .
στομφ-ώδης , ες , = στομφός , Sch. Hermog. in Rh. 7(2).963 W., Herm. in Phdr. p.63A. στομφ-ώδης,ες, A. = στομφός , Sch. Hermog. in Rh. 7(2).963 W., Herm. in Phdr. p.63A.
στροβῑλ-ώδης , ες ,= στροβιλοειδής, ὄρος Id. Sull. 17 ; τόποι Ath.Mech. 37.4 . στροβῑλ-ώδης,ες,= A. στροβιλοειδής, ὄρος Id. Sull. 17 ; τόποι Ath.Mech. 37.4 .
like a στρομβοειδής,ές, andστρομβ-ώδης,ες, A. like a στρόμβος 3 :τὰ στρομβώδη spiral shells and the creatures in them, snails, etc., freq. in Arist. , as HA 528b8 , PA 684b34 , al., also Xenocr. a
στῠφελ-ώδης , ες ,= στυφελός , Q.S. 12.449 . στῠφελ-ώδης,ες,=στυφελός, Q.S. 12.449 .
σῡκοφαντ-ώδης , ες ,= συκοφαντικός δίκη Lys. Fr. 1.1 ( Comp. ); κρίσεις D.S. 15.40 ; κατηγορία Mitteis Chr. 68.19 (i A.D.) ; οἱ Ἀττικοὶ ς . Dicaearch. 1.4 . σῡκοφαντ-ώδης,ες,= A. συκοφαντικός δίκη
συνείργνῡμι , = συνέργω , Plu. Rom. 5 :— Pass. , ἐς θάλαμον Id. Alex. 2 ; ἐν δεσμῷ Id. 2.493d , cf. Crass. 8 . συνείργνῡμι, A. = συνέργω , Plu. Rom. 5 :— Pass. , ἐς θάλαμον Id. Alex. 2 ; ἐν δεσμῷ
enter along with συνεισ-έρχομαι, A. enter along withortogether, σοὶ δόμους E. Hel. 327 ;ἐς οἴκους τινίib. 1083 ; ἐς τὸ τεῖχος Th. 4.57 ; οἴκαδε And. 4.17 ;εἰς τὴν οἰκίανMitteis Chr. 91 ii 26 (i
to enter with συνεισ-έρχομαι, enter along with or together, σοὶ δόμους [[ 5th c.BC: Euripides Tragicus “Helena” 327 ] Refs 5th c.BC+]; ἐς οἴκους τινί[[ [prev. work] 1083; ἐς τὸ τεῖχος 5th c.BC: Thucy
συνομήθης , ες , = συνήθης , AP 6.206 (Antip. Sid.). συνομήθης,ες, A. = συνήθης , AP 6.206 (Antip. Sid.).
συρρᾰφ-ής , ές , = συρραπτός, κώεα συνραφέ' ἀλλήλοισι Epic.Alex.Adesp. 2.31 . συρρᾰφ-ής,ές, A. = συρραπτός, κώεα συνραφέ' ἀλλήλοισι Epic.Alex.Adesp. 2.31 .
σφηκοειδής , ές , = σφηκώδης 1 , Sch. Nic. Th. 805 . σφηκοειδής,ές, A. = σφηκώδης 1 , Sch. Nic. Th. 805 .
σωληνώδης , ες , = σωληνοειδής , Aristid.Quint. 2.17 . σωληνώδης,ες, A. = σωληνοειδής , Aristid.Quint. 2.17 .
σωμᾰτ-ώδης , ες , = σωματοειδής 1 , Arist. HA 521b27 ; τὰ ς . Id. GA 737a35 , al.: Comp. and Sup. -έστερος, -έστατος , Id. Pr. 863b9 , PA 647a20 . σωμᾰτ-ώδης,ες, A. = σωματοειδής 1 , Arist. HA 521b
ταινι-ώδης , ες , = ταινιοειδής , Thphr. Ign. 72 . ταινι-ώδης,ες, A. = ταινιοειδής , Thphr. Ign. 72 .
τᾰλᾰ-πᾰθής , ές , = τληπαθής , Suid. τᾰλᾰ-πᾰθής,ές, A. = τληπαθής , Suid.
disturbance, disquietude ταραγ-μός,ὁ, A. disturbance, disquietude, τ. ἐς φρένας πίτνει A. Ch. 1056 ; τ. ἐμπέπτωκέ μοι E. Hec. 857 , cf. Id. Oen. p.39A. ; ἐς ταραγμὸν ἥκειν Id. HF 533 ; τ. εἰσῆλ
Ταρτᾰρ-ώδης , ες , Tartaruslike , τιμωρία Anon. ap. Suid.s.v. σοβαρός . Ταρτᾰρ-ώδης,ες,Tartaruslike, A. τιμωρία Anon. ap. Suid.s.v.σοβαρός.
ταυρο-γενής , ές , doubtful epith. of Dionysus, Orph. Fr. 297 . ταυρο-γενής,ές, doubtful epith. of Dionysus, Orph. Fr. 297 .
ταυρώδης , ες , = ταυροειδής, ταυρώδεα λεύσσων Nic. Al. 222 . ταυρώδης,ες, A. = ταυροειδής, ταυρώδεα λεύσσων Nic. Al. 222 .
ταφρ-ώδης , ες , = ταφροειδής , AB 394 . ταφρ-ώδης,ες, A. = ταφροειδής , AB 394 .
τᾰχῠ-εργής , ές , = ταχυεργός , App. BC 3.19 . τᾰχῠ-εργής,ές, A. = ταχυεργός , App. BC 3.19 .