marking out by boundaries, limitation, ὁρισ-μός,ὁ, A. marking out by boundaries, limitation, οἱ ὁ. τῶν κτήσεων D.H. 2.74 ; ἀκριβὴς . . οὐκ ἔστιν ὁ., ἕως τίνος . . Arist. EN 1159a4 ; ὁ. τοῦ λυπεῖ
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
marking out by boundaries, limitation, ὁρισ-μός,ὁ, A. marking out by boundaries, limitation, οἱ ὁ. τῶν κτήσεων D.H. 2.74 ; ἀκριβὴς . . οὐκ ἔστιν ὁ., ἕως τίνος . . Arist. EN 1159a4 ; ὁ. τοῦ λυπεῖ
ὀτλ-ήμων , ον , = ἄθλιος , Hsch. ( ὁ τλήμων: ὁ ἄθλιος , Schmidt). ὀτλ-ήμων,ον, A. = ἄθλιος , Hsch. (ὁ τλήμων: ὁ ἄθλιος, Schmidt).
προ-πράτης [ᾱ] , ου , ὁ , = προπώλης , Lys. Fr. 329 :—also προ-πράτωρ , ορος , ὁ , Is. Fr. 168 , Gloss. προ-πράτης [ᾱ],ου,ὁ, A. = προπώλης , Lys. Fr. 329 :—alsoπρο-πράτωρ,ορος,ὁ, Is. Fr. 168 ,Gloss.
πύρν-ος , ὁ ,= ψωμός , Id.: pl., expld. by ζειαὶ κνηστώδεις, ὁ κατειργασμένος σῖτος, χόρτος or μαγίς , Id. πύρν-ος,ὁ,=ψωμός, Id.: pl., expld. byζειαὶ κνηστώδεις, ὁ κατειργασμένος σῖτος, χόρτοςorμαγίς,
ῥοϊσμός , ὁ , ( ῥοί̈ζω ) = ὁ τῶν ἵππων ῥισμός (sic), Hsch. ῥοϊσμός,ὁ, (ῥοί̈ζω) A. = ὁ τῶν ἵππων ῥισμός (sic), Hsch.
σάκος [ ᾰ], ὁ , v. σάκκος . σᾱκός , ὁ , v. σηκός . σάκος[ᾰ],ὁ , A. v. σάκκος . B. σᾱκός,ὁ, v. σηκός .
Σεβαστο-λόγος , ὁ , and Σεβαστο-νέως , ὁ , names of officials, coupled with ἀρχινεώκορος , Milet. 7.65 . Σεβαστο-λόγος,ὁ, andΣεβαστο-νέως,ὁ, names of officials, coupled withἀρχινεώκορος, Milet. 7.65 .
σταβατίνης , ου , ὁ , and σταβεύς , έως , ὁ ,= κωπεών, κωπεύς , Hsch. σταβατίνης,ου,ὁ, andσταβεύς,έως,ὁ,=κωπεών, κωπεύς, Hsch.
στᾰτηρ-ίσκος , ὁ , or στᾰτηρ-ισμός , ὁ , name of a tax. BGU 1843.10 (i B.C.) . στᾰτηρ-ίσκος,ὁ, orστᾰτηρ-ισμός,ὁ, name of a tax. BGU 1843.10 (i B.C.).
στερνο-τύπτης , ου , ὁ ,= ὁ τὸ στῆθος τύπτων , Hsch. , Phot. , Suid. στερνο-τύπτης,ου,ὁ,=ὁ τὸ στῆθος τύπτων, Hsch. , Phot. , Suid.
συκιδαφόρος: ἐνίοτε ὁ συκοφάντης: ποτὲ δὲ ὁ συκόπρωκτος , Hsch. συκιδαφόρος: ἐνίοτε ὁ συκοφάντης: ποτὲ δὲ ὁ συκόπρωκτος, Hsch.
συρτός , ὁ (or σύρτης , ου , ὁ ), the name of a dance, ἡ τῶν συρτῶν πάτριος ὄρχησις IG 7.2712.66 (Acraephia, i A.D. ). συρτός,ὁ(orσύρτης,ου , ὁ), the name of a dance, A. ἡ τῶν συρτῶν πάτριος ὄρχησις
τά , v. ὁ , ὅ , and ὅς . v. τίς . τά,v. ὁ , ὅ, andὅς. II. v. τίς .
τιτανισμός , ὁ , ὁ παιανισμὸς τῶν Θρᾳκῶν τ. ὑπὸ τῶν Ἑλλήνων λέγεται κατὰ μίμησιν τῆς ἐν παιᾶσι φωνῆς Str. 7 Fr. 40 . τιτανισμός,ὁ A. , ὁ παιανισμὸς τῶν Θρᾳκῶν τ. ὑπὸ τῶν Ἑλλήνων λέγεται κατὰ μίμησιν
τρί-κουρος: ὁ ἐπὶ τρία ἔτη κεκ[αθ]αρμένος κριός, ὁμοίως καὶ ὁ μὴ κεκ[αθ]αρμένος, Id. τρί-κουρος: ὁ ἐπὶ τρία ἔτη κεκ[αθ]αρμένος κριός, ὁμοίως καὶ ὁ μὴ κεκ[αθ]αρμένος,Id.
composer of hymns, ὑμνο-γράφος [ᾰ],ὁ, A. composer of hymns,of the Psalmist, Ph. 1.264 , LXX 4 Ma. 18.15 ; Μάτρις ὁ Θηβαῖος ὑ. Ptol. Heph. ap. Phot. Bibl. p.148 B. ;Πλησίρροος ὁ Θεσσαλὸς ὁ ὑ.ibid.
heavy-armed, armed, ὁπλῑ́τ-ης,ου,ὁ, (ὅπλον) A. heavy-armed, armed, ὁ. δρόμοιracesof men in armour,opp. the naked race (v. στάδιον 11 ), Pi. I. 1.23 ; calledὁ ὁ.or simplyὁπλίτης( Dor. , Arc. -τας)
furrow ὄγμος,ὁ, A. furrowin ploughing, τοὶ δὲ στρέψασκον ἀν' ὄγμους Il. 18.546 ; πίονες ὄγμοι h.Cer. 455 . 2. swathein reaping, ὥς τ' ἀμητῆρες ὄ. ἐλαύνωσιν Il. 11.68 ; δράγματα δ' ἄλλα μετ' ὄ.
whence, ὅθεν, relat.Adv. A. whence, ὑπὸ πλατανίστῳ, ὅ. ῥέεν ἀγλαὸν ὕδωρ Il. 2.307 ;ἐξ Ἐνετῶν, ὅ. ἡμιόνων γένοςib. 852 ; γένος δέ μοι ἔνθεν, ὅ. σοί 4.58 , etc. ; πόλεως ὅθεν εἶ IG 12(5).310.2 (
the time just before ὄρθρος,ὁ, A. the time just beforeorabout daybreak, dawn, cock-crow( ἀπ' ὄρθρου μέχρι περ ἂν ἥλιος ἀνάσχῃ Pl. Lg. 951d ), τάχα δ' ὄ. ἐγίγνετο δημιοεργός h.Merc. 98 ; ἐπειδὰν ὄ
διάκοσμ-ος , ὁ , = διακόσμησις , Parm. 8.60 ; ὁ τοῦ βίου δ. Arist. Mu. 399b16 ; δ. οὐρανοῦ καὶ γῆς ib. 400b32 ; ὁ λογικὸς δ. εἰκὼν ὅλου τοῦ δημιουργοῦ Hierocl. in CA 1p.419M. , cf. Orph. H. 34.18 ; θε
one and the same, common, joint, ὁμός,ή,όν, A. one and the same, common, joint, οὐ γὰρ πάντων ἦεν ὁ. θρόος Il. 4.437 ; ὁ. γένος 13.354 ; ὁμὴ σορός 23.91 , IG 14.2469.10 ; ὁ. τιμή Il. 24.57 ;
converse, discourse, ὄᾰρ-ος,ὁ,=ὀαριστύς,mostly in pl., A. Θέμιστι . . ὀάρους ὀαρίζει h.Hom. 23.3 ;ἐμοὺς ὀάρους καὶ μήτιας h.Ven. 249 ; παρθένιοι ὄ. Hes. Th. 205 ; ὄ. νυμφᾶν Call. Lav.Pall. 6
by biting with the teeth, ὀδάξ,Adv. A. by biting with the teeth, ὀ. ἕλον οὖδας,of men in the agonies of death, Il. 11.749 , etc. ; so ὀ. λαζοίατο γαῖαν 2.418 ; γαῖαν ὀ. ἑλόντες E. Ph. 1423 ; also