δουλῐχό-δειρος , ον , Ion. for δολιχόδ-. δουλῐχό-δειρος,ον, Ion. forδολιχόδ-.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
δουλῐχό-δειρος , ον , Ion. for δολιχόδ-. δουλῐχό-δειρος,ον, Ion. forδολιχόδ-.
δουλο-γάμος [ ᾰ], ον , = δουλομίκτης , Cat.Cod.Astr. 8(4).127 . δουλο-γάμος[ᾰ],ον, A. = δουλομίκτης , Cat.Cod.Astr. 8(4).127 .
δουλό-ψῡχος , ον , = foreg., Ptol. Tetr. 66 . δουλό-ψῡχος,ον,=foreg., Ptol. Tetr. 66 .
δούρειος , α , ον , = δουράτεος , E. Tr. 14 , Pl. Tht. 184d . δούρειος,α,ον, A. = δουράτεος , E. Tr. 14 , Pl. Tht. 184d .
δουρῐ-άλωτος , ον , Ion. for δοριάλ-. δουρῐ-άλωτος,ον, Ion. forδοριάλ-.
δουρῐ-κλῠτός , ον , = foreg., Il. 2.645 , Od. 15.544 , Archil. 3 : dat. pl. δουρικλύτοις (sic) A. Pers. 85 (lyr.). δουρῐ-κλῠτός,ον,=foreg., Il. 2.645 , Od. 15.544 , Archil. 3 : dat. pl.δουρικλύτοις(si
δούριος , α , ον , = δούρειος , Ar. Av. 1128 . δούριος,α,ον, A. = δούρειος , Ar. Av. 1128 .
slantwise, δοχμός,όν(Delph.ά,όν,v.infr.), A. = δόχμιος 1 ,δοχμὼ ἀί̈σσοντεrushing onslantwise, Il. 12.148 ; δοχμοὶ μῆτραι lying obliquely, Hp. Mul. 2.141 ; δ. ἀπὸ προβολῆς κλινθείς Theoc. 22.120
δρασματικός , ή , όν , = δραστήριος , Cat.Cod.Astr. 2.165 . δρασματικός,ή,όν, A. = δραστήριος , Cat.Cod.Astr. 2.165 .
δραχμ-αῖος , α , ον , = δραχμιαῖος , Nic. Th. 519 . δραχμ-αῖος,α,ον, A. = δραχμιαῖος , Nic. Th. 519 .
δρῑμύμωρος [ ῠ], ον , = ὀξύμωρος , used of the dogmatic physicians by Menodotus the Empiric, Gal. Subf.Emp. 11p.63Bonnet. δρῑμύμωρος[ῠ],ον, A. = ὀξύμωρος , used of the dogmatic physicians by Menodot
running at full speed, swift, δρομ-αῖος,α,ον, alsoος,ον E. Alc. 245 (lyr.):— A. running at full speed, swift, κἀγὼ δρομαία βᾶσα S. Tr. 927 ; οὐχ ὡς δ. πῶλος E. Hel. 543 ;νεφέλας δρομαίουId.Alc.
δρόσ-ιμος , ον , = sq., Plu. 2.918a . δρόσ-ιμος,ον,=sq., Plu. 2.918a .
δροσ-ινός , ή , όν , = δροσερός , AP 9.570 ( Phld. ). δροσ-ινός,ή,όν, A. = δροσερός , AP 9.570 ( Phld. ).
δῠ-ᾰνερικός , ή , όν , = foreg., CIG 3979 ( Antioch. Pisid.). δῠ-ᾰνερικός,ή,όν,=foreg., CIG 3979 ( Antioch. Pisid.).
δῠή-πᾰθος , ον , = δυηπαθής , h.Merc. 486 . δῠή-πᾰθος,ον, A. = δυηπαθής , h.Merc. 486 .
δύϊος [ ῠ], α , ον , = δυερός , A. Supp. 829 (lyr.). δύϊος[ῠ],α,ον, A. = δυερός , A. Supp. 829 (lyr.).
strong, mighty δῠνᾰτ-ός,ή,όν, alsoός,όν Pi. N. 2.14 , Apollon. Cit. 2 :— A. strong, mighty, in body or mind,ὅ τι ἦν αὐτῶν δυνατώτατον the ablest-bodied men, Hdt. 9.31 ;sound in limb, opp.ἀδύνατος, L
δῠοκαιδεκά-μηνος , ον , = δωδεκάμηνος, χρόνοι S. Tr. 648 (lyr.). δῠοκαιδεκά-μηνος,ον, A. = δωδεκάμηνος, χρόνοι S. Tr. 648 (lyr.).
δῠσ-άλιος [ ᾱ], ον , Dor. for δυσήλιος . δῠσ-άλιος[ᾱ],ον , Dor. forδυσήλιος.
δῠσ-άμβᾰτος , ον , poet. for δυσανάβατος, πέτραι Simon. 58.2 . δῠσ-άμβᾰτος,ον, poet. for A. δυσανάβατος, πέτραι Simon. 58.2 .
δῠσ-άνεκτος , ον , = δυσανάσχετος 1 , interpol. in X. Mem. 2.2.8 , cf. Gal. 7.181 . Adv. - τως Poll. 3.130 . δῠσ-άνεκτος,ον, A. = δυσανάσχετος 1 , interpol. in X. Mem. 2.2.8 , cf. Gal. 7.181 .Adv.-
δῠσ-άνεμος [ ᾱ], ον , Dor. for δυσήνεμος , S. Ant. 591 (lyr.). δῠσ-άνεμος[ᾱ],ον , Dor. forδυσήνεμος, S. Ant. 591 (lyr.).
δῠσ-άνολβος , ον , strengthd. for ἄνολβος , Emp. 124 . δῠσ-άνολβος,ον, strengthd. forἄνολβος, Emp. 124 .