ἀδονίς , ἡ , poet. for ἀηδονίς , Mosch. 3.46 . ἀδονίς,ἡ, poet. forἀηδονίς, Mosch. 3.46 .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἀδονίς , ἡ , poet. for ἀηδονίς , Mosch. 3.46 . ἀδονίς,ἡ, poet. forἀηδονίς, Mosch. 3.46 .
ἀδράν-εος , η , ον , = ἀδρανής , AP 9.135 . ἀδράν-εος,η,ον, A. = ἀδρανής , AP 9.135 .
Ἀδράστεια , Ion. Ἀδρήστεια , ἡ , ( ἀ- priv., διδράσκω ) title of Nemesis, A. Pr. 936 , cf. Pl. R. 451a , etc. fabulous plant, Ps.- Plu. Fluv. 18.13 . Ἀδράστεια, Ion. Ἀδρήστεια,ἡ, (ἀ-priv.,διδράσκω) t
ἀδράφαξυς or ἁδράφαξυς , ἡ , v. ἀτράφαξυς . ἀδράφαξυςorἁδράφαξυς,ἡ, A. v. ἀτράφαξυς .
ἁδροσύνη , ἡ , ̔ἁδρός̓ = ἁδροτής , of ears of corn, Hes. Op. 473 . ἁδροσύνη,ἡ , ̔ἁδρός̓ A. = ἁδροτής , of ears of corn, Hes. Op. 473 .
ἀδρυάς , άδος , ἡ , ( ἀ- copul., δρῦς ) = Ἁμαδρυάς , in pl., Pro p.1.20.12 , AP 9.664 (Paul. Sil.). ἀδρυάς,άδος,ἡ, (ἀ-copul.,δρῦς) A. = Ἁμαδρυάς , in pl., Pro p.1.20.12 , AP 9.664 (Paul. Sil.).
ἀδών [ ᾱ], όνος , ἡ , Dor. for ἀηδών , Mosch. 3.9 ; cf. ἀδονίς . ἀδών[ᾱ],όνος,ἡ , Dor. forἀηδών, Mosch. 3.9 ; cf.ἀδονίς.
Ἀδων-αία , ἡ , epith. of Aphrodite, Orph. A. 30 ; cf. Ἀδω- νιάς . Ἀδων-αία,ἡ, epith. of Aphrodite, Orph. A. 30 ; cf.Ἀδω- νιάς.
Ἀδων-ηίς: χελιδόνιον (prob. for -ών ) , ἢ θριδακίνη , Hsch. Ἀδων-ηίς: χελιδόνιον(prob. for-ών), ἢ θριδακίνη, Hsch.
Ἀδων-ιάς , άδος , ἡ , = Ἀδωναία , Nonn. D. 33.25 . Ἀδων-ιάς,άδος,ἡ, A. = Ἀδωναία , Nonn. D. 33.25 .
ἀδωρο-δοκία , ἡ , = ἀδωρία , D.C. Fr. 40.1 . ἀδωρο-δοκία,ἡ, A. = ἀδωρία , D.C. Fr. 40.1 .
ἀει-δράστεια , ἡ , etym. of Ἀδράστεια, Corn. ND 13 . ἀει-δράστεια,ἡ, etym. ofἈδράστεια, Corn. ND 13 .
ἀεσίμαινα: ἡ τοῖς πνεύμασι τῶν ἀνέμων μαινομένη, θαλάσσης δὲ τὸ ἐπίθετον, Hsch. ἄεσις: πόνος, βλάβη, Hsch. , EM 20.48 . ἀεσίμαινα: ἡ τοῖς πνεύμασι τῶν ἀνέμων μαινομένη, θαλάσσης δὲ τὸ ἐπίθετον, Hsch.
ἀζάλη: νήνεμος , Hsch. ἀζάλιον: ξηρόν, ἢ ἄγαν ζέον, Phot. p.38R. ἀζάλη: νήνεμος, Hsch. ἀζάλιον: ξηρόν, ἢ ἄγαν ζέον,Phot. p.38R.
Ἀζησία , ἡ , a name of Demeter, S. Fr. 981 , cf. Ἀζοσία. Ἀζησία,ἡ, a name of Demeter, S. Fr. 981 , cf.Ἀζοσία.
ἀζωνικός , ή , όν , = sq., τάξις Procl. in Ti. 3.127 D. , Dam. Pr. 131 . Adv. -κῶς ibid. ἀζωνικός,ή,όν,=sq., A. τάξις Procl. in Ti. 3.127 D. , Dam. Pr. 131 .Adv. -κῶςibid.
ἀηθ-ία , ἡ , = ἀήθεια , E. Hel. 418 . ἀηθ-ία,ἡ, A. = ἀήθεια , E. Hel. 418 .
ἀήτωρ , ορος , ὁ , = ἱερεύς , Hsch. ἄλθα: θερμασία (i.e. ἀλέα ) ἢ θεραπεία , Id. ἀήτωρ,ορος,ὁ, A. = ἱερεύς , Hsch. ἄλθα: θερμασία(i.e.ἀλέα)ἢ θεραπεία, Id.
ἀθεί̈α , ἡ , = ἀθεότης , Ael. Fr. 39 , Sm. Ho. 4.15 , Sallust. 18 (pl.), Hierocl. in CA 1p.418M. ; v.l. for ἀθεσία , LXX 1 Ma. 16.17 . ἀθεί̈α,ἡ, A. = ἀθεότης , Ael. Fr. 39 , Sm. Ho. 4.15 , Sallust.
ἀθεμιτο-μιξία , ἡ , = foreg., Tz.ad Lyc. 1143 . ἀθεμιτο-μιξία,ἡ,=foreg., Tz.ad Lyc. 1143 .
ἀθήρα or ἀθήρη , ἡ , = ἀθάρη , Hellanic. 192 , Sophr. 77 , PTeb. 131 ( 100 B.C.), Dsc. 2.92 , Eust. 1675.60 .—Egyptian, acc. to Plin. HN 22.121 . ἀθήραorἀθήρη,ἡ, A. = ἀθάρη , Hellanic. 192 , Sophr.
office of ἀθλο-θεσία,ἡ, A. office of ἀθλοθέτης IG 22.1368.131 (Athens,ii A. D.): —alsoἀθλο-θετία,ἡ, Ar. Fr. 739a .
ἀθλοσύνη , ἡ , = ἆθλος , AP 6.54 (Paul. Sil.). ἀθλοσύνη,ἡ, A. = ἆθλος , AP 6.54 (Paul. Sil.).
ἀθῠρο-στομία , ἡ , = ἀθυρογλωττία , Plu. 2.11c , AP 5.251 (Paul. Sil.). ἀθῠρο-στομία,ἡ, A. = ἀθυρογλωττία , Plu. 2.11c , AP 5.251 (Paul. Sil.).