ἀλωπεκ-ίασις , εως , ἡ , = ἀλωπεκία 1 , Gal. 6.244 . ἀλωπεκ-ίασις,εως,ἡ, A. = ἀλωπεκία 1 , Gal. 6.244 .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἀλωπεκ-ίασις , εως , ἡ , = ἀλωπεκία 1 , Gal. 6.244 . ἀλωπεκ-ίασις,εως,ἡ, A. = ἀλωπεκία 1 , Gal. 6.244 .
ἀμ-φαντύς , ύος , ἡ , = ἄμφανσις , ib. 11.21 . ἀμ-φαντύς,ύος,ἡ, A. = ἄμφανσις , ib. 11.21 .
dwelling in sand, ἀμᾰθῖτις,ιδος,ἡ, (ἄμαθος) A. dwelling in sand, ἀ. κόγχοι sand-snails, Epich. 42 .ἄμᾰθος[ᾰμ],ἡ, Ep. form ofἄμμος, sand, Il. 5.587 , A.R. 4.1239 , etc.: pl.,links, dunesby the sea,
ἀμαλακ-ία , ἡ , v.l. for sq., Lyd. Mens. 4.71 . ἀμαλακ-ία,ἡ,v.l. forsq., Lyd. Mens. 4.71 .
ἀμάλη [ ᾰμᾰ], ἡ , = ἄμαλλα , Semus 19 , Philostr.Jun. Im. 10 . ἀμάλη[ᾰμᾰ],ἡ, A. = ἄμαλλα , Semus 19 , Philostr.Jun. Im. 10 .
ἄμαλλος (B): πέρδιξ ( Polyrrhenian ), Hsch. :—also ἄμαλλοι: φυτὰ σικύων ἢ τῶν ὁμοίων, Id. ἄμαλλος(B):πέρδιξ(Polyrrhenian), Hsch. :—alsoἄμαλλοι: φυτὰ σικύων ἢ τῶν ὁμοίων,Id.
ἁμαξ-ῖτις , ἡ , = ἄγρωστις , Ps.- Dsc. 4.29 . ἁμαξ-ῖτις,ἡ, A. = ἄγρωστις , Ps.- Dsc. 4.29 .
ἁμαξ-ουργία , ἡ , = ἁμαξοπηγία , Thphr. HP 3.10.1 . ἁμαξ-ουργία,ἡ, A. = ἁμαξοπηγία , Thphr. HP 3.10.1 .
ἀμαρανθίς , ἡ , = ὠκιμοειδές , Ps.- Dsc. 4.28 . ἀμαρανθίς,ἡ, A. = ὠκιμοειδές , Ps.- Dsc. 4.28 .
ἁμαρτωλ-ία , ἡ , = foreg., Hp. Epid. 2.1.8 , Eup. 199 , Ar. Pax 415 . ἁμαρτωλ-ία,ἡ,=foreg., Hp. Epid. 2.1.8 , Eup. 199 , Ar. Pax 415 .
ἁμασῡκάς , άδος , ἡ , = sq., Hsch. ἁμασῡκάς,άδος,ἡ,=sq., Hsch.
ἀμᾰταιότης , ητος , ἡ , = ἕξις ἀναφέρουσα τὰς φαντασίας ἐπὶ τὸν ὀρθὸν λόγον , Stoic. 2.39 . ἀμᾰταιότης,ητος,ἡ, A. = ἕξις ἀναφέρουσα τὰς φαντασίας ἐπὶ τὸν ὀρθὸν λόγον , Stoic. 2.39 .
ἀμβές: δύσκολον, ἢ ἀβλαβές, Hsch. ἀμβές: δύσκολον, ἢ ἀβλαβές, Hsch.
ἀμβλ-ώψ , ῶπος , ὁ , ἡ , = ἀμβλωπός, αὐγαί E. Rh. 737 , cf. S. Fr. 1001 , Ion Trag. ap. Phot. p.89 R., Pl.Com. 23D. ἀμβλ-ώψ,ῶπος,ὁ,ἡ, A. = ἀμβλωπός, αὐγαί E. Rh. 737 , cf. S. Fr. 1001 , Ion Trag. a
ἀμβλουχία , ἡ , = ἄμβλωσις , S. Fr. 1000 . ἀμβλουχία,ἡ, A. = ἄμβλωσις , S. Fr. 1000 .
ἀμβολά , ἡ , poet. for ἀναβολή. ἀμβολά,ἡ, poet. forἀναβολή.
she that puts off old age, youth-prolonging, Ἀμβολογήρα,ἡ, A. she that puts off old age, youth-prolonging,Spartan title of Aphrodite, Paus. 3.18.1 .ἄμβος: ἡ ἐπίγειος πλάστη, Hsch.
ἀμειβώ , οῦς , ἡ , = ἀμοιβή , Eust. 1471.30 . ἀμειβώ,οῦς,ἡ, A. = ἀμοιβή , Eust. 1471.30 .
ἀμείνασις: ἡ δύοσμον ( Perga ), EM 83.50 , cf. Hsch. ἀμείνασις: ἡ δύοσμον(Perga), EM 83.50 , cf. Hsch.
of ἀμειπτικός,ή,όν, A. oforfor exchange, τράπεζα IG 5(1).18 (Sparta,i A. D.);-κή,ἡ, business of exchange, OGI 484 (Pergam.). II. in requital, χάριςSch. Pi. P. 2.33 .
ἀμειψι-κοσμίη , ἡ , = μετακόσμησις , Democr. 138 . ἀμειψι-κοσμίη,ἡ, A. = μετακόσμησις , Democr. 138 .
ἀμελ-ία , ἡ , poet. for ἀμέλεια, E. IA 850 , Fr. 187 :—also in Inscrr. and Papyri, OGI 383 (Nimrud Dagh), PTeb. 61a176 (ii B. C.) . ἀμελ-ία,ἡ, poet. forἀμέλεια, E. IA 850 , Fr. 187 :—also in Inscrr.
ἀμεργόν: ἡ εἱμαρμένη (Cret.), Hsch. ἀμεργόν: ἡ εἱμαρμένη(Cret.), Hsch.
ἀμεριμν-ικός , ή , όν , = ἀμέριμνος 1 , c. gen. obj., ἐμοῦ PFay. 130 (iii A. D.) . ἀμεριμν-ικός,ή,όν, A. = ἀμέριμνος 1 , c. gen. obj., ἐμοῦ PFay. 130 (iii A. D.).