ἀποθερᾰ́π-ευσις , εως , ἡ , = θεράπευσις , Hsch. s.v. ἀκέσεων (pl.). ἀποθερᾰ́π-ευσις,εως,ἡ, A. = θεράπευσις , Hsch. s.v. ἀκέσεων (pl.).
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἀποθερᾰ́π-ευσις , εως , ἡ , = θεράπευσις , Hsch. s.v. ἀκέσεων (pl.). ἀποθερᾰ́π-ευσις,εως,ἡ, A. = θεράπευσις , Hsch. s.v. ἀκέσεων (pl.).
laying up in store, ἀπόθεσις,εως,ἡ, (ἀποτίθημι) A. laying up in store, σκευῶν SIG 1106.107 (Cos);εἰς ἀ. γενέσθαιto bestored up, Pl. Lg. 844d ; γάλα χρήσιμον εἰς ἀ. Arist. HA 522a26 ;ἡ ἀ. τῆς τρ
ἀποθριξ , τρῐχος , ὁ , ἡ , = ἄθριξ , Call. Fr. 341 ; = ἄνηβος , Poll. 2.22 . ἀποθριξ,τρῐχος,ὁ,ἡ, A. = ἄθριξ , Call. Fr. 341 ; = ἄνηβος , Poll. 2.22 .
selection by lot, ἀποκλήρ-ωσις,εως,ἡ, A. selection by lot, δικαστῶν D.C. 39.7 ;choice by lotorchance, unreasoning choice, Plu. 2.1045f : hence,absurdity, absence of reason,in the phraseτίς ἡ ἀ. τ
ἀπόλαμψις , εως , ἠ, Aeol. , = ἀπόληψις , IG 12(2).28 (Mytil.). ἀπόλαμψις,εως , ἠ, Aeol. , A. = ἀπόληψις , IG 12(2).28 (Mytil.).
abandonment, ἀπόλειψις,εως,ἡ, (ἀπολείπω) A. abandonment, ἡ ἀ. τοῦ στρατοπέδου Th. 7.75 ;defection, Id. 4.126 ;desertionof a husband by his wife (cf. ἀπολείπω 11.1 ), D. 30.15 ;ἀπόλειψιν ἀπογράφ
ἀπόληρος: ἡ τοῦ θανάτου γραφή ( Tarent. ), Hsch. ἀπόληρος: ἡ τοῦ θανάτου γραφή( Tarent. ), Hsch.
ἀπολίτρωσις , εως , ἡ , = ἀπονίτρωσις , Orib. Fr. 74 . ἀπολίτρωσις,εως,ἡ, A. = ἀπονίτρωσις , Orib. Fr. 74 .
Ἀπολλ-ωνιακός , ή , όν , = Ἀπολλώνιος 1 , Ph. 2.560 , Dam. Pr. 95 , Olymp. Vit.Pl. p.1 W. Ἀπολλ-ωνιακός,ή,όν, A. = Ἀπολλώνιος 1 , Ph. 2.560 , Dam. Pr. 95 , Olymp. Vit.Pl. p.1 W.
ἀπομαγ-δᾰλίς , ίδος , ἡ , = foreg., Eust. 1857.17 . ἀπομαγ-δᾰλίς,ίδος,ἡ,=foreg., Eust. 1857.17 .
ἀπομάκ-τρια , ἡ , fem. of ἀπομάκτης, Poll. 7.188 . ἀπομάκ-τρια,ἡ, fem. ofἀπομάκτης, Poll. 7.188 .
ἀπομέλ-ανσις , εως , ἡ , = λεύκωσις , Olymp.Alch. p.91 B. ἀπομέλ-ανσις,εως,ἡ, A. = λεύκωσις , Olymp.Alch. p.91 B.
ἀπομύζ-ουρις , ιδος , ἡ , obscene name of a courtesan, Com.Adesp. 1352 . ἀπομύζ-ουρις,ιδος,ἡ, obscene name of a courtesan, Com.Adesp. 1352 .
ἀπονάρκ-ησις , εως , ἡ , = ἀπονάρκωσις , Plu. 2.652e . ἀπονάρκ-ησις,εως,ἡ, A. = ἀπονάρκωσις , Plu. 2.652e .
polishing to the nail ἀπονῠχ-ιστικός,ή,όν, A. polishing to the nail:-κή(sc.-τέχνη),ἡ, Sch.D.T. p.110H.
ἀποπάλησις , εως , ἡ , gloss on ἐκπάλησις , read by Erot. in Hp. Fract. 42 , cf. Gal. 19.84 . ἀποπάλησις,εως,ἡ, A. gloss on ἐκπάλησις , read by Erot. in Hp. Fract. 42 , cf. Gal. 19.84 .
ἀποπληρ-ωματικός , ή , όν , = -ωτικός, δύναμις Iamb. Myst. 3.10 . ἀποπληρ-ωματικός,ή,όν, A. = -ωτικός, δύναμις Iamb. Myst. 3.10 .
filling, satisfying, ἀποπλήρ-ωσις,εως,ἡ, A. filling, satisfying, Plu. 2.48c , Porph. Abst. 3.18 , Jul. Or. 4.144d . 2. accomplishment, fulfilment, ἐνέργεια ἡ τοῦ οἰκείου ἔργου ἀ. Dam. Pr. 64 , c
ἀπόπλοια , ἡ , = ἀπόπλους (A), Lib. Eth. 4.1 . ἀπόπλοια,ἡ, A. = ἀπόπλους (A), Lib. Eth. 4.1 .
ἀποπνευμάτ-ωσις , εως , ἡ , = foreg., Eust. 866.18 . ἀποπνευμάτ-ωσις,εως,ἡ,=foreg., Eust. 866.18 .
ἀπορ-ηματικός , ή , όν , = ἀπορητικός , S.E. P. 1.221 , v.l. in Gal. Nat.Fac. 2.9 . expressive of doubt, of particles, D.T. 642.26 , A.D. Conj. 258.15 . Adv. -κῶς S.E. M. 8.1 . ἀπορ-ηματικός,ή,όν, A.
ἀπορᾰφᾰνίδωσις , εως , ἡ , v. ῥαφανιδόω , Sch. Ar. Pl. 168 . ἀπορᾰφᾰνίδωσις,εως,ἡ, A. v. ῥαφανιδόω , Sch. Ar. Pl. 168 .
ἀποστέρ-εσις , εως , ἡ , = ἀποστέρησις 11 , POxy. 71.10 (iv A.D.) . ἀποστέρ-εσις,εως,ἡ, A. = ἀποστέρησις 11 , POxy. 71.10 (iv A.D.).
ἀποτροπ-ία , Ep. ἀποτροπ-ίη , ἡ , poet. for foreg. 1 , οὐ γάρ τις ἀ. θανάτοιο A.R. 4.1504 . ἀποτροπ-ία, Ep. ἀποτροπ-ίη,ἡ, poet. for foreg. 1 , A. οὐ γάρ τις ἀ. θανάτοιο A.R. 4.1504 .