εὔκτιστος , ον , poet. ἐύ̈κτ -, ( κτίζω ) = foreg., Sch. Hes. Sc. 270 . εὔκτιστος,ον, poet.ἐύ̈κτ-, (κτίζω)=foreg., Sch. Hes. Sc. 270 .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
εὔκτιστος , ον , poet. ἐύ̈κτ -, ( κτίζω ) = foreg., Sch. Hes. Sc. 270 . εὔκτιστος,ον, poet.ἐύ̈κτ-, (κτίζω)=foreg., Sch. Hes. Sc. 270 .
ἐύ̈κτῐτος , ον , = ἐϋκτίμενος , of places, Il. 2.592 , = h.Ap. 423 , cf. D.P. 552 ; πόλις Hes. Fr. 81.5 ; μέγαρα B. 3.46 . (Glossed by εὐκατοίκητος (q.v.).) ἐύ̈κτῐτος,ον, A. = ἐϋκτίμενος , of places
εὔλειμος , ον , = sq., E. Ba. 1084 codd. (prob. ὕλιμος ). εὔλειμος,ον,=sq., E. Ba. 1084 codd. (prob.ὕλιμος).
εὐμάχᾰνος [ μᾱ], ον , Dor. for εὐμήχανος . εὐμάχᾰνος[μᾱ],ον , Dor. forεὐμήχανος.
easily appeased εὐμείλικτος,ον, A. easily appeased, Corn. ND 12 :—alsoεὐμειλής,ές, andεὐμ<ε>ίλῐχος,ον, Hsch.
εὔμναστος , ον , Dor. for εὔμνηστος . εὔμναστος,ον, Dor. forεὔμνηστος.
εὔμωλος , ον , ̔μῶλος̓ = ἀγαθὸς πολεμιστής, εὔοπλος , Hsch. (- μολ -cod.): Sup. - ότατον , = ἁπαλόν, νεάτατον , Id. εὔμωλος,ον , ̔μῶλος̓ A. = ἀγαθὸς πολεμιστής, εὔοπλος , Hsch. (-μολ-cod.): Sup. -ότ
εὔνοιος , ον , = foreg., φίλοι καὶ εὔ . SIG 559.52 ( Magn. Mae., iii B. C. ), cf. IGRom. 4.247.34 ( Assos ). Adv. - οίως Sammelb. 5294.9 (iii A.D.) . εὔνοιος,ον,=foreg.,φίλοι καὶ εὔ. SIG 559.52 ( Magn
well-planed, well-polished εὔξεστος, Ep. ἐύ̈ξεστος,η,ον, butος,ον Od. 15.333 : (ξέω):— A. well-planed, well-polished, of carpenters' work,ῥυμός, ἀπήνη, φάτνη, Il. 24.271 , 275 , 280 ; χηλός Od. 13
εὔομφος , ον , Arc. for εὔοσμος , Timachidas ap. Ath. 15.683c ( εὐόμφαλον codd.). εὔομφα: ὀνόματα , Hsch. εὔομφος,ον, Arc. forεὔοσμος, Timachidas ap. Ath. 15.683c (εὐόμφαλονcodd.). II. εὔομφα: ὀνόματ
εὐόρᾱτος , ον , ( ὁράω ) = foreg. 1 , Eust. 86.42 . εὐόρᾱτος,ον, (ὁράω)=foreg. 1 , Eust. 86.42 .
εὔοργ-ος , ον , ̔ὀργή̓ = εὐόργητος , Id. perh. from Archil. , cf. PLG 2p.439B. ). εὔοργ-ος,ον , ̔ὀργή̓ A. = εὐόργητος , Id. perh. from Archil. , cf. PLG 2p.439B. ).
εὐόρκ-ωτος , ον , = εὔορκος , Poll. 1.39 . εὐόρκ-ωτος,ον, A. = εὔορκος , Poll. 1.39 .
εὐόρμ-ητος , ον , gloss on sq., Sch. A.R. 4.900 . εὐόρμ-ητος,ον,gloss onsq.,Sch.A.R. 4.900 .
εὐπάθ-ητος , ον , = εὐπαθής 11 , Corp.Herm. 10.10 . εὐπάθ-ητος,ον, A. = εὐπαθής 11 , Corp.Herm. 10.10 .
εὐπαρᾰκόλουθ-ος , ον , = foreg. 11 , Et.Gud. 220.3 . εὐπαρᾰκόλουθ-ος,ον,=foreg. 11 , Et.Gud. 220.3 .
εὐπάρᾱος (so, without iota, codd.), ον , Dor. for εὐπάρειος , Pi. P. 12.16 . εὐπάρᾱος(so, without iota, codd.),ον, Dor. forεὐπάρειος, Pi. P. 12.16 .
εὔπεκτος , ον , = εὔποκος , Hsch. εὔπεκτος,ον, A. = εὔποκος , Hsch.
εὐπερί-βολος , ον , gloss on εὐερκής , Hsch. εὐπερί-βολος,ον, A. gloss on εὐερκής , Hsch.
εὐπερί-γραπτος , ον , = sq. 2 , Luc. JTr. 33 ; σάρξ Theon Gymn. ap. Gal. 6.91 . εὐπερί-γραπτος,ον,=sq. 2 , Luc. JTr. 33 ; A. σάρξ Theon Gymn. ap. Gal. 6.91 .
well-plaited, well-twisted εὔπλεκτος, Ep. ἐύ̈πλ-,ον, alsoη,ον Nonn. D. 13.200 (cj. forἀπλ-): (πλέκω):— A. well-plaited, well-twisted, σειράς τ' εὐπλέκτους Il. 23.115 ;ἐϋπλέκτῳ ἐνὶ δίφρῳa chariotw
ἐύ̈πλοκος , ον , ̔πλέκὠ = εὔπλεκτος , Opp. H. 3.75 , AP 6.174 (Antip. <Sid.>). ἐύ̈πλοκος,ον , ̔πλέκὠ A. = εὔπλεκτος , Opp. H. 3.75 , AP 6.174 (Antip. <Sid.>).
εὐποιός , όν , ̔ποιέὠ = εὐποιητικός , Hsch. εὐποιός,όν , ̔ποιέὠ A. = εὐποιητικός , Hsch.
εὔπρᾱτος , ον , gloss on εὔωνος , Hsch. εὔπρᾱτος,ον, A. gloss on εὔωνος , Hsch.