κολ-ασμός , ὁ , = κόλασις , Plu. Alc. 13 , al. κολ-ασμός,ὁ, A. = κόλασις , Plu. Alc. 13 , al.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
κολ-ασμός , ὁ , = κόλασις , Plu. Alc. 13 , al. κολ-ασμός,ὁ, A. = κόλασις , Plu. Alc. 13 , al.
κολ-αστήρ , ῆρος , ὁ , = κολαστής , Arr. Fr. 144J. : as Adj. , στρατιῶται Eun. VS p.480 B. κολ-αστήρ,ῆρος,ὁ, A. = κολαστής , Arr. Fr. 144J. : asAdj., στρατιῶται Eun. VS p.480 B.
κολᾰκ-ευτής , οῦ , ὁ , = κόλαξ , Gloss. κολᾰκ-ευτής,οῦ,ὁ, A. = κόλαξ ,Gloss.
κόλλᾰβος , ὁ , = κόλλοψ , Luc. DDeor. 7.4 , Iamb. VP 26.118 (pl.). kind of cake or roll (cf. κόλλυβος 1.3 ), Ar. Ra. 507 , Pax 1196 , Fr. 497 , 506 , Philyll. 4 . κόλλᾰβος,ὁ, A. = κόλλοψ , Luc. DDeo
κολλοποδῐώκτης , ου , ὁ , ( κόλλοψ 11.2 ) Com. name for a gross debauchee, Sch. Ar. Nu. 347 , Eust. 1915.16 , Suid.s.v. ἀγρίους . κολλοποδῐώκτης,ου,ὁ, ( A. κόλλοψ 11.2 ) Com. name for a gross deba
κολοκάνος , ὁ , v. κολεκάνος . κολοκάνος,ὁ, A. v. κολεκάνος .
κολόκυνθ-ος , ὁ , = κολοκύνθη , AP 9.532 tit., PLond. 5.1881 (vi A.D.) ; κ. ἄγριος Ps.- Dsc. 4.176 :— written κολύκιντος PTeb. 131 (ii/i B.C.) . κολόκυνθ-ος,ὁ, A. = κολοκύνθη , AP 9.532 tit., PLond.
κολοκύντ-ινος , v. κολοκύνθινος . - ος , ὁ , = κολόκυνθος , AP 9.532 . κολοκύντ-ινος, v.κολοκύνθινος. -ος,ὁ, A. = κολόκυνθος , AP 9.532 .
κολοσσο-πόνος , ὁ , = foreg., Man. 4.570 . κολοσσο-πόνος,ὁ,=foreg., Man. 4.570 .
bosom κόλπος, -ου, ὁ [in LXX chiefly for חֵיק ;] __1. prop., the bosom: Jhn.13:23; fig., of close association, ἐν (εἰς τὸν) τοῖς κ. Ἀβραάμ, Luk.16:22-23 (cf. 4Ma.13:16); ὁ ὢν εἰς τὸν κ. τ. πατρός, J
κολυμβ-ητήρ , ῆρος , ὁ , = sq., A. Supp. 408 . κολυμβ-ητήρ,ῆρος,ὁ,=sq., A. Supp. 408 .
κολυμβ-ιστής , οῦ , ὁ , = -ητής , Sch. Opp. H. 1.173 . κολυμβ-ιστής,οῦ,ὁ, A. = -ητής , Sch. Opp. H. 1.173 .
κόλχος , ὁ , f.l. for κόχλος , AP 9.551 (pl., Antiphil. ), APl. 4.37 ( Leont. ). κόλχος,ὁ, A. f.l. for κόχλος , AP 9.551 (pl., Antiphil. ), APl. 4.37 ( Leont. ).
κομάκτωρ , ορος , ὁ , dub. sens., Rhinth. 9 , Inscr.Magn. 217 (pl., i B.C. ). κομάκτωρ,ορος,ὁ, dub. sens., Rhinth. 9 , Inscr.Magn. 217 (pl.,i B.C.).
κομισ-τήρ , ῆρος , ὁ , = sq. 11 , E. Hec. 222 , Plu. Per. 12 . κομισ-τήρ,ῆρος,ὁ,=sq. 11 , E. Hec. 222 , Plu. Per. 12 .
Κομνοκάριος , ὁ (sc. μήν ), name of month at Dreros, SIG 527.106 (iii B.C.) . Κομνοκάριος,ὁ(sc.μήν), name of month at Dreros, SIG 527.106 (iii B.C.).
Κομπ-ασμός , ὁ , = foreg., Plu. Sull. 16 . Κομπ-ασμός,ὁ,=foreg., Plu. Sull. 16 .
κομπός (B), ὁ , = κομπαστής , E. Ph. 600 (troch.); κ. λόγος EM 527.47 .—On the accent, v. Hdn.Gr. 1.187 . κομπός(B),ὁ, A. = κομπαστής , E. Ph. 600 (troch.); κ. λόγος EM 527.47 .—On the accent,v.Hd
κόνδαξ , ᾱκος , ὁ , gambling game played with an unpointed dart, Cod.Just. 3.43.1.4 : metaph., παίζων κόνδακα , of sexual intercourse, AP 5.60 ( Rufin. ). κόνδαξ,ᾱκος,ὁ, gambling game played with an u
κονδῠλ-ιστής , οῦ , ὁ , horse which injures its hoofs in the stable, Hippiatr. 10 (v.l.). κονδῠλ-ιστής,οῦ,ὁ, horse which injures its hoofs in the stable, Hippiatr. 10 (v.l.).
κονί-ᾰλος , ὁ , = κονίσαλος 111 , IG 12(3).540 ( Thera ). κονί-ᾰλος,ὁ, A. = κονίσαλος 111 , IG 12(3).540 (Thera).
κονταφόρος , ὁ , = κοντοφόρος , Gloss. κονταφόρος,ὁ, A. = κοντοφόρος ,Gloss.
κόντῐλος , ὁ , Dim. of κοντός (A) (sens. obsc.), Eup. 334 . κόντῐλος,ὁ, Dim. of κοντός(A) (sens. obsc.), Eup. 334 .
Κοούτιος , ὁ (sc. μήν ), name of month at Chaleion, GDI 1734 , al. Κοούτιος,ὁ(sc.μήν), name of month at Chaleion, GDI 1734 , al.