σκιώδιον , perh. neut. of σκιώδιος , α , ον ,= foreg. 2 , στρῶμα ς. ἕν Sammelb. 7033.38 (v A.D.) . σκιώδιον, perh. neut. ofσκιώδιος,α,ον,= foreg. 2 , A. στρῶμα ς. ἕν Sammelb. 7033.38 (v A.D.).
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
σκιώδιον , perh. neut. of σκιώδιος , α , ον ,= foreg. 2 , στρῶμα ς. ἕν Sammelb. 7033.38 (v A.D.) . σκιώδιον, perh. neut. ofσκιώδιος,α,ον,= foreg. 2 , A. στρῶμα ς. ἕν Sammelb. 7033.38 (v A.D.).
σκλοιός , ά , όν ,= σκολιός , Hdn.Gr. 1.109 . σκλοιός,ά,όν,=σκολιός, Hdn.Gr. 1.109 .
σκνῑπαῖος , α , ον , ( σκνιπός (B)) v.l. for σκνιφαῖος in Theoc. 16.93 . σκνῑπαῖος,α,ον, (σκνιπός(B)) A. v.l. for σκνιφαῖος in Theoc. 16.93 .
σκοτερός , ά , όν ,= σκότιος, ὄρφνη Orph. A. 1042 (s. v.l.). σκοτερός,ά,όν,= A. σκότιος, ὄρφνη Orph. A. 1042 (s. v.l.).
σκοτι-αῖος , α , ον , v.l. for σκοταῖος in Poll. 1.69 . σκοτι-αῖος,α,ον, A. v.l. for σκοταῖος in Poll. 1.69 .
σκῡτο-φάγος [ ᾰ], ον , f.l. for σκατ- , Poll. 6.40 . σκῡτο-φάγος[ᾰ],ον , A. f.l. for σκατ- , Poll. 6.40 .
σκωμμάτιον [ ᾰ], τό , Dim. of σκῶμμα , Ar. V. 1289 . σκωμμάτιον[ᾰ],τό , Dim. of σκῶμμα, Ar. V. 1289 .
σκωπᾰλέος , α , ον , cited as a parox. word in -αλεος , sine expl., by Hdn.Gr. 2.908 . σκωπᾰλέος,α,ον, cited as a parox. word in-αλεος, sine expl., by Hdn.Gr. 2.908 .
of the σμῑλάκ-ῐνος[ᾰ],η,ον , A. of the σμῖλαξ, ξύλον Poll. 5.32 :—alsoσμῑλάκ-ειος,α,ον, Theognost. Can. 55 .
σπάδιον [ ᾰ], τό , Dor. for στάδιον , IG 4.561 ( Argos ), Hsch. , EM 743.25 , Greg.Cor. p.364S. σπάδιον[ᾰ],τό , Dor. forστάδιον, IG 4.561 (Argos), Hsch.,EM 743.25 , Greg.Cor. p.364S.
σπᾰθ-ᾱτός , ά , όν , Dor. for σπαθητός , Hsch. σπᾰθ-ᾱτός,ά,όν, Dor. forσπαθητός, Hsch.
σπερμο-φάγος [ ᾰ], ον , = σπερματοφάγος , S.E. P. 1.56 . σπερμο-φάγος[ᾰ],ον, A. = σπερματοφάγος , S.E. P. 1.56 .
σπηλάδιον [ ᾱ], τό , Dim. of σπήλαιον , Theopomp.Com. 46 (leg. σπευσ-ᾴδιον ). σπηλάδιον[ᾱ],τό , Dim. of σπήλαιον, Theopomp.Com. 46 (leg.σπευσ-ᾴδιον).
στάγιον , τό ,= δηνάριον ά , Gal. 19.763 ; = κεράτια κδ' , ib. 764 . στάγιον,τό,=δηνάριον ά, Gal. 19.763 ; A. = κεράτια κδ' , ib. 764 .
standing fast and firm στάδιος[ᾰ],α,ον,(ἵστημι) A. standing fast and firm,ς. ὑσμίνη closefight,fought hand to hand, Il. 13.314 , 713 , cf. Th. 4.38 ;ἐνὶ σταδίῃ(sc. ὑσμίνῃ) Il. 7.241 , cf. 13.514 ; ἡ
stadium στάδιος [ᾰ], α, ον, (ἵστημι) standing fast and firm, σ. ὑσμίνη close fight, fought hand to hand, [[ 8th c.BC: Ilias Homerus Epicus “Illiad” 13.314, 713, compare 5th c.BC: Thucydides Historicu
στατίνη: ἡ ἐκ στέατος πεποιημένη καὶ ἁπ<α>λή , Hsch. στατίνη: ἡ ἐκ στέατος πεποιημένη καὶ ἁπ<α>λή, Hsch.
στεάτ-ῐνος [ ᾱ], η , ον , ( στέαρ 11 ) = σταίτινος , Aesop. 58 :—also στεατ-ίτης [ῑ] (sc. πλακοῦς ), ὁ , Hsch. s.v. πίονες . στεάτ-ῐνος[ᾱ],η,ον,( A. στέαρ 11 ) = σταίτινος , Aesop. 58 :—alsoστεατ-
στηλο-βάτης [ ᾰ], ου , ὁ ,= foreg. 11 , Tz. H. 9.330 . στηλο-βάτης[ᾰ],ου,ὁ ,= foreg. 11 , Tz. H. 9.330 .
στῐβάδ-ειον [ ᾰ], τό ,= στιβάδιον , prob. in Inscr.Perg. 222 . στῐβάδ-ειον[ᾰ],τό ,=στιβάδιον, prob. in Inscr.Perg. 222 .
στομ-άτιον [ ᾰ], τό , Dim. of στόμα , Sor. 1.108 , Gloss. στομ-άτιον[ᾰ],τό , Dim. of στόμα, Sor. 1.108 ,Gloss.
στορνυτέος , α , ον ,= καταστρωτέος , Hsch. στορνυτέος,α,ον,=καταστρωτέος, Hsch.
of an army στράτιος[ᾰ],α,ον , A. of an armyorwar, warlike, Ἄρευος στρατιωτέροις Alc. 29 (leg.στροτ-); epith. of Zeus, Hdt. 5.119 , Arist. Mu. 401a22 ; of Ares, Plu. 2.757d ;στρατία, of Athena, Luc.
στρουθ-άριον [ ᾰ], τό , Dim. of στρουθός 1 , Eub. 123 , M.Ant. 5.1 . στρουθ-άριον[ᾰ],τό , Dim. of A. στρουθός 1 , Eub. 123 , M.Ant. 5.1 .