ἀτέρπ-εια , Ion. ἀτερπ-είη , ἀτερπ-ίη , ἡ , = ἀτερψία , Democr. 4 , 174 , D.L. 7.97 . ἀτέρπ-εια, Ion. ἀτερπ-είη,ἀτερπ-ίη,ἡ, A. = ἀτερψία , Democr. 4 , 174 , D.L. 7.97 .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἀτέρπ-εια , Ion. ἀτερπ-είη , ἀτερπ-ίη , ἡ , = ἀτερψία , Democr. 4 , 174 , D.L. 7.97 . ἀτέρπ-εια, Ion. ἀτερπ-είη,ἀτερπ-ίη,ἡ, A. = ἀτερψία , Democr. 4 , 174 , D.L. 7.97 .
ἀτημελ-ία , poet. ἀτημελ-ίη , ἡ , = ἀτημέλεια , A.R. 3.830 . ἀτημελ-ία, poet.ἀτημελ-ίη,ἡ, A. = ἀτημέλεια , A.R. 3.830 .
ἀτμή , ἡ , = ἀτμός, ἀτμίς , Hes. Th. 862 . ἀτμή,ἡ, A. = ἀτμός, ἀτμίς , Hes. Th. 862 .
ἀτρᾰπ-ῐτός , ἡ , = sq., Od. 13.195 , A.R. 4.123 , etc.: metaph. of studies, Πλατώνειοι ἀ. BCH 36.230 ( Rhodes ), cf. AP 9.540 :—also ἀταρπῐτός [ᾰτ] , Od. 17.234 : ἀτρᾰπητός , AB 460 . ἀτρᾰπ-ῐτός,ἡ,=sq
ἀτρεκότης , ητος , ἡ , = ἀτρέκεια , Sch. E. Hipp. 1114 . ἀτρεκότης,ητος,ἡ, A. = ἀτρέκεια , Sch. E. Hipp. 1114 .
ἀτρώς , ῶτος , ὁ , ἡ , = ἄτρωτος , Choerob. in Theod. p.159H. ἀτρώς,ῶτος,ὁ,ἡ, A. = ἄτρωτος , Choerob. in Theod. p.159H.
Ἀτταλίς , ίδος , ἡ , φυλή tribe at Athens, IG 2.444 . Ἀτταλίς,ίδος,ἡ , φυλήtribe at Athens, IG 2.444 .
Ἀττῐκ-ωνικός , ή , όν , comic alteration of Ἀττικός, after the form of Λακωνικός, Ar. Pax 215 . Ἀττῐκ-ωνικός,ή,όν, comic alteration ofἈττικός,after the form ofΛακωνικός, Ar. Pax 215 .
Αὔασις , ἡ , = Ὄασις (q.v.), Str. 2.5.33 , al. Αὔασις,ἡ, A. = Ὄασις (q.v.), Str. 2.5.33 , al.
precious stone, αὐγ-ίτης(sc.λίθος),ὁ, a A. precious stone, Plin. HN 37.147 :—fem.αὐγ-ῖτις,ίδος,ἡ, = ἀναγαλλὶς ἡ Φοινικῆ , Ps.- Dsc. 2.178 .
ἀϋδρ-ία , ἡ , = ἀνυδρία , Pl. Lg. 844a , Thphr. HP 8.6.6 . ἀϋδρ-ία,ἡ, A. = ἀνυδρία , Pl. Lg. 844a , Thphr. HP 8.6.6 .
of αὐλ-ητικός,ή,όν, A. oforfor the flute, Pl. Ap. 27b ; δάκτυλοι Pl.Com. 211 ; κάλαμος used for making flutes, Thphr. HP 4.10.1 , Sch. Il. Oxy. 221ix12 ; τέλος Plot. 1.4.15 :-κή(sc.τέχνη),ἡ,fl
αὐλ-ήτρια , ἡ , = αὐλητρίς , D.L. 7.62 . αὐλ-ήτρια,ἡ, A. = αὐλητρίς , D.L. 7.62 .
αὐλάχα: ἡ ὕννις, Hsch. αὐλάχα: ἡ ὕννις, Hsch.
αὐλεία , ἡ , = αὐλαία , IG 5(1).1390.35 (Andania, i B. C. ). αὐλεία,ἡ, A. = αὐλαία , IG 5(1).1390.35 (Andania,i B. C.).
αὔλισις , εως , ἡ , = αὐλισμός , Ael. NA 4.59 . αὔλισις,εως,ἡ, A. = αὐλισμός , Ael. NA 4.59 .
αὐλο-ποιϊκή (sc. τέχνη ), ἡ , = foreg., Pl. Euthd. 289c :—also αὐλο-ποιητική , Asp. in EN 15.24 : hence Adv. -ητικῶς Poll. 7.153 . αὐλο-ποιϊκή(sc.τέχνη),ἡ,=foreg., Pl. Euthd. 289c :—alsoαὐλο-ποιητική,
αὐνή , ἡ , prob. f.l. for Ἄχνη in Hecat. 365J. ; cf. St.Byz. s.v. Ἴχναι. αὐνή,ἡ, prob. A. f.l. for Ἄχνη in Hecat. 365J. ; cf. St.Byz. s.v. Ἴχναι.
growing, of growth, αὐξ-ητικός,ή,όν, A. growing, of growth, ἡ αὐ. ζωή Arist. EN 1098a1 ; ψυχή Id. Juv. 469a26 ; αὐ. εἰς μῆκος Thphr. HP 1.9.1 .Adv. -κῶς, κινεῖσθαι Ph. 1.492 . II. Act. ,p
αὖξις , εως , ἡ , = αὔξησις , Hsch. αὖξις,εως,ἡ, A. = αὔξησις , Hsch.
ἀϋπν-οσύνη , ἡ , = ἀϋπνία , Q.S. 2.155 . ἀϋπν-οσύνη,ἡ, A. = ἀϋπνία , Q.S. 2.155 .
αὖρολ: λαγοί, ἢ σαῦροι, Hsch. ( λόγοι ἴσαυρολ cod.). αὖρολ: λαγοί, ἢ σαῦροι, Hsch. (λόγοι ἴσαυρολcod.).
αὐστηρία , ἡ , = αὐστηρότης, στρυφνότης καὶ αὐ. Thphr. CP 6.12.6 . metaph. of men, austerity, ἠθῶν Plb. 4.21.1 , Cat.Cod.Astr. 2.160.6 , etc.; as a virtue, Stoic. 3.66 . αὐστηρία,ἡ, A. = αὐστηρότης,
belonging to absolute power αὐτ-επιτακτικός,ή,όν, A. belonging to absolute power:-κή(sc.τέχνη),ἡ, ibid., etc. II. ordaining by authority, τῆς τριαδικῆς διαιρέσεως Dam. Pr. 98 .