act of sight βλέψις,εως,ἡ, A. act of sight, τὸ βλεπόμενον τὸ ὄν, οὺχ ἡ β. Plot. 6.2.8 . II. sight(i. e.thing seen), πρὸς τὴν βλέψιν ἀναφλεχθείς Plu. Pel. 32 . III. metaph.,contemplation, consid
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
act of sight βλέψις,εως,ἡ, A. act of sight, τὸ βλεπόμενον τὸ ὄν, οὺχ ἡ β. Plot. 6.2.8 . II. sight(i. e.thing seen), πρὸς τὴν βλέψιν ἀναφλεχθείς Plu. Pel. 32 . III. metaph.,contemplation, consid
βλῆχρος , ἡ , = γλήχων , Thphr. CP 1.7.4 , Ps.- Dsc. 3.31 . βλῆχρος,ἡ, A. = γλήχων , Thphr. CP 1.7.4 , Ps.- Dsc. 3.31 .
βο-ᾶτις , ιδος , ἡ , v. βοητής . βο-ᾶτις,ιδος,ἡ, A. v. βοητής .
βο-ητικός , ή , όν , gloss on foreg., Sch. A. l.c. βο-ητικός,ή,όν,gloss onforeg., Sch. A. l.c.
βο-ητύς , ύος , ἡ , Ep. for βόησις , Od. 1.369 . βο-ητύς,ύος,ἡ, Ep. forβόησις, Od. 1.369 .
βοει-ακός , ή , όν , = sq., EM 254.44 . βοει-ακός,ή,όν,=sq., EM 254.44 .
βοηθ-ημᾰτικός , ή , όν , = βοηθητικός , Dsc. Alex.Praef. , Gal. 19.395 . βοηθ-ημᾰτικός,ή,όν, A. = βοηθητικός , Dsc. Alex.Praef. , Gal. 19.395 .
βοηθ-οῦρα , ἡ , (with Lat. termination -<*>) = βοήθεια , Lyd. Mag. 3.6 , 13 . βοηθ-οῦρα,ἡ, (with Lat. termination -<*>) A. = βοήθεια , Lyd. Mag. 3.6 , 13 .
of βοηλ-ᾰτικός,ή,όν, A. oforfor cattle-driving:-κή(sc.τέχνη),ἡ,the herdsman'sart, Pl. Euthphr. 13c .
βοικεῖ: γαμίσκει , Theognost. Can. 19.4 . βοικία: ἡ θεράπαινα, AB 1354 . = ϝοικία, γᾶρ καὶ βοικίαρ ἔγκτησιν Schwyzer 425.24 (Elis, iii/ii B. C. ). βοικεῖ: γαμίσκει, Theognost. Can. 19.4 .βοικία: ἡ θερ
βολίτ-αινα [ ῐ], ἡ , = βολβίδιον , Arist. HA 525a19 , 621b17 ; cf. ὄζολις . βολίτ-αινα[ῐ],ἡ, A. = βολβίδιον , Arist. HA 525a19 , 621b17 ; cf.ὄζολις.
humming βομβ-ητικός,ή,όν, A. humming, Eust. 945.23 :—alsoβομβ-ικός,ή,όν , τὸ τῶν θρήνων β.Sch. metr. Pi. O. 1 .
βομβύλη , ἡ , = λήκυθος , Hsch. , Sch. A.R. 2.569 . βομβύλη,ἡ, A. = λήκυθος , Hsch. ,Sch.A.R. 2.569 .
Βομβυλία , ἡ , title of Athena in Boeotia, Hsch. Βομβυλία,ἡ, title of Athena in Boeotia, Hsch.
βομβῠλίς , ίδος , ἡ , = πομφόλυξ , Hsch. cf. βομβυλιός 1.2 . βομβῠλίς,ίδος,ἡ, A. = πομφόλυξ , Hsch. II. cf. βομβυλιός 1.2 .
βοό-στᾰσις , εως , ἡ , = βούστασις , Call. Del. 102 . βοό-στᾰσις,εως,ἡ, A. = βούστασις , Call. Del. 102 .
βορβόρ-ωσις , εως , ἡ , = βορβορυγμός , Archig. ap. Aët. 9.40 . βορβόρ-ωσις,εως,ἡ, A. = βορβορυγμός , Archig. ap. Aët. 9.40 .
Βορε-ῆτις , ιδος , ἡ , fem. of Βόρειος , Id. 243 . Βορε-ῆτις,ιδος,ἡ, fem. ofΒόρειος, Id. 243 .
Βορθεία , ἡ , Ὀρθία , title of Artemis, IG 5(1).864 , al. Βορθεία,ἡ , Ὀρθία, title of Artemis, IG 5(1).864 , al.
of herbs βοτᾰν-ικός,ή,όν, A. of herbs, φάρμακα Plu. 2.663c ;ἡ β. παράδοσιςthe scienceof herbal remedies, Dsc. 1 Praef. 1 :— τὰ -κά Id. 2 Praef.;β. ἰατρός herbalist, Gal. Thras. 24 ;-κοί,οἱ ,herb
βού-βοσις , εως , ἡ , ̔βόσκὠ = βούβρωστις , EM 206.24 . βού-βοσις,εως,ἡ , ̔βόσκὠ A. = βούβρωστις , EM 206.24 .
βου-δάκη: ἡ βούπρηστις , Hsch. βου-δάκη: ἡ βούπρηστις, Hsch.
βου-θήλεια , ἡ , = δάμαλις , Gp. 17.2 tit. (pl.). βου-θήλεια,ἡ, A. = δάμαλις , Gp. 17.2 tit. (pl.).
βού-λῠσις , εως , ἡ , = sq., only in Cic. Att. 15.27.3 . βού-λῠσις,εως,ἡ,=sq., only in Cic. Att. 15.27.3 .