κᾰλᾰμο-φόρος , ον , cf. καλαμηφ- . κᾰλᾰμο-φόρος,ον, cf.καλαμηφ-.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
κᾰλᾰμο-φόρος , ον , cf. καλαμηφ- . κᾰλᾰμο-φόρος,ον, cf.καλαμηφ-.
κᾰλεστής , οῦ , ὁ , gloss on κλητήρ , Sch.rec. A. Th. 574 : κᾰλεστός , ή , όν , = κλητός , Gloss. κᾰλεστής,οῦ,ὁ, A. gloss on κλητήρ , Sch.rec. A. Th. 574 :κᾰλεστός,ή,όν, = κλητός ,Gloss.
καλλί-γλουτος , ον , = καλλίπυγος , Nic. Fr. 23 . καλλί-γλουτος,ον, A. = καλλίπυγος , Nic. Fr. 23 .
with beautiful nymphs καλλι-πάρθενος,ον, A. with beautiful nymphs, Νείλου . . κ. ῥοαί E. Hel. 1 ;δέρη κ. neckof a beauteous maiden, Id. IA 1574 :—laterκαλλι-παρθένιος,ον , πηγή Inscr.Magn. 252 .
καλλῐ-πύργωτος , ον , = foreg., E. Ba. 19 . καλλῐ-πύργωτος,ον,=foreg., E. Ba. 19 .
καλλῐ́-πῠρος , ον , dub. sens. in Epic.Alex.Adesp. 9 ii 22 . καλλῐ́-πῠρος,ον, dub. sens. in Epic.Alex.Adesp. 9 ii 22 .
καλλί-ροος , ον , poet. for καλλίρροος (q. v.):—also καλλῐρόας , B. 10.26 , 96 , Inscr.Prien. 376 . καλλί-ροος,ον, poet. forκαλλίρροος(q. v.):—alsoκαλλῐρόας, B. 10.26 , 96 , Inscr.Prien. 376 .
καλλῐ́-τοκος , ον , = καλλίτεκνος , Hsch. καλλῐ́-τοκος,ον, A. = καλλίτεκνος , Hsch.
καλλῐ́εργ-ος , ον , f.l. for καλεῖ ἔργον (cj. Bernays) in Ph. 2.490 . καλλῐ́εργ-ος,ον, A. f.l. for καλεῖ ἔργον (cj. Bernays) in Ph. 2.490 .
κάλλιστος , η , ον , Sup. of καλός ; v. καλός B. κάλλιστος,η,ον, Sup. of καλός; A. v. καλός B.
καλλίων , ον , gen. ονος , Comp. of καλός ; v. καλός B. καλλίων,ον, gen.ονος, Comp. of καλός; A. v. καλός B.
κᾰλο-γένειος , ον , gloss on ἠϋγένειος , Hsch. κᾰλο-γένειος,ον, A. gloss on ἠϋγένειος , Hsch.
κᾰλο-κάρφωτος , ον , gloss on εὐγόμφωτος , Sch. Opp. H. 1.58 . κᾰλο-κάρφωτος,ον, A. gloss on εὐγόμφωτος , Sch. Opp. H. 1.58 .
well-reared κᾰλο-τίθηνος [ῐ],ον, A. well-reared, Hsch. τράχηλος [τρᾰ],ον,with beautiful neck, Cat.Cod.Astr. 8(4).181 .
κᾰλό-τροφος , ον , gloss on καλοτίθηνος , Hsch. κᾰλό-τροφος,ον, A. gloss on καλοτίθηνος , Hsch.
κᾰλό-φῐλος , ον , gloss on εὔξεινος , Sch. Opp. H. 1.627 . κᾰλό-φῐλος,ον, A. gloss on εὔξεινος , Sch. Opp. H. 1.627 .
κᾰλό-φρων , ον , gen. ονος , gloss on εὔφρων , Hsch. κᾰλό-φρων,ον, gen.ονος, A. gloss on εὔφρων , Hsch.
κᾰλό-ψῡχος , ον , = εὔψυχος , Hsch. s.v. εὔθυμος . κᾰλό-ψῡχος,ον, A. = εὔψυχος , Hsch. s.v. εὔθυμος .
κᾰμαρ-ικός , ή , όν , = καμαρωτός , Ath.Mech. 36.5 : κᾰμαρ-ικός,ή,όν, A. = καμαρωτός , Ath.Mech. 36.5 :
vaulted, arched κᾰμαρ-ωτός,ή , όν(-ός,όν Erot. A. s.v. καμμάρῳ ),vaulted, arched, Str. 16.1.5 ; στέγη Callix. 2 ; ἅρματα Ath. 4.139f .
καμπᾰλέος , α , ον , ̔καμπἠ = καμπτός , Hsch. καμπᾰλέος,α,ον , ̔καμπἠ A. = καμπτός , Hsch.
κᾰπηλ-ευτικός , ή , όν , = καπηλικός , Pl. Lg. 842d . κᾰπηλ-ευτικός,ή,όν, A. = καπηλικός , Pl. Lg. 842d .
καρδῐό-πληκτος , ον , gloss on ἐμβρόντητος , Sch. X. An. 3.4.12 (ed. L. Dindorf). καρδῐό-πληκτος,ον, A. gloss on ἐμβρόντητος , Sch. X. An. 3.4.12 (ed. L. Dindorf).
καριόθρεπτος , ον , dub. sens. in PRyl. 1.35 (iii A. D.) . καριόθρεπτος,ον, dub. sens. in PRyl. 1.35 (iii A. D.).