ἀγλιθάριον , τό , Dim. of ἄγλις , Ruf. ap. Orib. 8.39.10 . ἀγλιθάριον,τό, Dim. of ἄγλις, Ruf. ap. Orib. 8.39.10 .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἀγλιθάριον , τό , Dim. of ἄγλις , Ruf. ap. Orib. 8.39.10 . ἀγλιθάριον,τό, Dim. of ἄγλις, Ruf. ap. Orib. 8.39.10 .
wash off, cleanse away ἁγνίζω,fut. ῐῶ(ἀφ-) LXX Nu. 8.6 :pf. A. ἥγνικα 1 Ep.Pet. 1.22 : (ἁγνός): —wash off, cleanse away, esp. by water ( τὸ πῦρ καθαίρει . . τὸ ὕδωρ ἁγνίζει Plu. 2.263e ), λύμαθ'
to purify ἁγνίζω, future ῐῶ (ἀφ-) [[ LXX.Num.8.6] LXX]: perfect ἥγνικα[[ NT.1Pet.1.22] NT]: (ἁγνός): —wash off, cleanse away, especially by water (τὸ πῦρ καθαίρει.. τὸ ὕδωρ ἁγνίζει[[ 1st-2nd c.AD: Pl
ἀγνωτίδιον , τό , = μύλλος , Dorio ap. Ath. 3.118d . ἀγνωτίδιον,τό, A. = μύλλος , Dorio ap. Ath. 3.118d .
ἀγρέμιον , τό , = ἄγρα 11 , AP 6.224 ( Theodorid. ). ἀγρέμιον,τό, A. = ἄγρα 11 , AP 6.224 ( Theodorid. ).
ἀγρίδιον , τό , Dim. of ἀγρός , Sammelb. 5230.29 (i A.D.) , Arr. Epict. 1.10.9 , al., M.Ant. 4.3 . ἀγρίδιον,τό, Dim. of ἀγρός, Sammelb. 5230.29 (i A.D.), Arr. Epict. 1.10.9 , al., M.Ant. 4.3 .
ἀγριο-κάρδαμον , τό , = ἰβηρίς , Gal. 13.353 . ἀγριο-κάρδαμον,τό, A. = ἰβηρίς , Gal. 13.353 .
ἀγριό-καρδον , τό , = ἄκανθα Αἰγυπτία , AB 1096 . ἀγριό-καρδον,τό, A. = ἄκανθα Αἰγυπτία , AB 1096 .
ἀγριο-κοκκύμηλον , τό , = τροῦμνον , Gal. 6.619 . ἀγριο-κοκκύμηλον,τό, A. = τροῦμνον , Gal. 6.619 .
ἀγριο-κρόμμυον , τό , = βολβός , Sch. Ar. Pl. 283 . ἀγριο-κρόμμυον,τό, A. = βολβός , Sch. Ar. Pl. 283 .
ἀγριο-σέλῑνον , τό , = ἀγρίολον , Dsc. 3.67 . ἀγριο-σέλῑνον,τό, A. = ἀγρίολον , Dsc. 3.67 .
ἀγριό-φυλλον , τό , = πευκέδανος , Ps.- Dsc. 3.78 . ἀγριό-φυλλον,τό, A. = πευκέδανος , Ps.- Dsc. 3.78 .
ἀγρίολον , τό , = ἱπποσέλινον Dsc. 3.67 . ἀγρίολον,τό, A. = ἱπποσέλινον Dsc. 3.67 .
ἀγρο-κήπιον , τό , Dim. of sq., Str. 12.3.11 . ἀγρο-κήπιον,τό, Dim. of sq., Str. 12.3.11 .
vagabond ἀγῠρ-τικός,ή,όν, A. vagabond, μάντις Plu. Lyc. 9 ;juggling, πίνακες Id. Comp.Aristid.Cat. 3 ; τὸ ἀ. γένος Id. 2.407c ;τὸ ἀ. jugglery, Str. 10.3.23 .Adv. -κῶς Hierocl. in CA 26p.479M.
ἀγωίλιον , τό , = ἀωίλιον , PSI 4.423.6 , al. (iii B. C.) . ἀγωίλιον,τό, A. = ἀωίλιον , PSI 4.423.6 , al.(iii B. C.).
ἀδελφ-ίδιον , τό , Dim. of ἀδελφός , Ar. Ra. 60 , PPar. 39.6 (ii B. C.) . ἀδελφ-ίδιον,τό, Dim. of ἀδελφός, Ar. Ra. 60 , PPar. 39.6 (ii B. C.).
ἅδημα , τό , = ψήφισμα , Hsch. (cod. ἀδήμας ). ἅδημα,τό, A. = ψήφισμα , Hsch. (cod.ἀδήμας).
ἄεθλον , τό , ἄεθλος , ὁ , Ep. and Ion. for ἆθλον, ἆθλος . ἄεθλον,τό,ἄεθλος,ὁ, Ep. and Ion. forἆθλον, ἆθλος.
ἀεί-χρυσον , τό , = ἀείζωον μέγα , Ps. Dsc. 4.88 . ἀεί-χρυσον,τό, A. = ἀείζωον μέγα , Ps. Dsc. 4.88 .
ἄεισμα , τό , poet. and Ion. for ᾆσμα , Hdt. 2.79 , Eup. 139 , Call. Epigr. 29.1 . ἄεισμα,τό, poet. and Ion. forᾆσμα, Hdt. 2.79 , Eup. 139 , Call. Epigr. 29.1 .
ἀεσίμαινα: ἡ τοῖς πνεύμασι τῶν ἀνέμων μαινομένη, θαλάσσης δὲ τὸ ἐπίθετον, Hsch. ἄεσις: πόνος, βλάβη, Hsch. , EM 20.48 . ἀεσίμαινα: ἡ τοῖς πνεύμασι τῶν ἀνέμων μαινομένη, θαλάσσης δὲ τὸ ἐπίθετον, Hsch.
ἄετμα: φλόξ, οἱ δὲ τὸ πνεῦμα , EM 20.10 ; Hsch. gives ἀετμόν in the latter sense. ἄετμα: φλόξ, οἱ δὲ τὸ πνεῦμα, EM 20.10 ; Hsch. givesἀετμόνin the latter sense.
ἀετώνυχον , τό , = λιθόσπερμον , Dsc. 3.141 ; = κῆμος , Ps.- Dsc. 4.133 : cf. ἀετόνυχες: βοτάνη , Hsch. ἀετώνυχον,τό, A. = λιθόσπερμον , Dsc. 3.141 ; = κῆμος , Ps.- Dsc. 4.133 : cf.ἀετόνυχες: βοτάνη