ἐνασεβέω , = ἀσεβέω ἐν , Diog. Ep. 28.4 ; τῇ Ἀρτέμιδι Sch.Gen. Il. 21.401 :— Pass. , ὑπό τινων Themist. Ep. 8 . ἐνασεβέω, A. = ἀσεβέω ἐν , Diog. Ep. 28.4 ;τῇ ἈρτέμιδιSch.Gen. Il. 21.401 :— Pass. , ὑ
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἐνασεβέω , = ἀσεβέω ἐν , Diog. Ep. 28.4 ; τῇ Ἀρτέμιδι Sch.Gen. Il. 21.401 :— Pass. , ὑπό τινων Themist. Ep. 8 . ἐνασεβέω, A. = ἀσεβέω ἐν , Diog. Ep. 28.4 ;τῇ ἈρτέμιδιSch.Gen. Il. 21.401 :— Pass. , ὑ
ἐνγεταυθί , in Ar. Th. 646 , com. tmesis for ἐνταυθί γε . ἔνγλαυσιν: ἐν γλαύκεσιν , Hsch. ἐνδαγεῖ: ἐμμανεῖ , Id. ἐνγεταυθί, in Ar. Th. 646 , com. tmesis forἐνταυθί γε.ἔνγλαυσιν: ἐν γλαύκεσιν, Hsch. ἐ
ἔνδαες: ἐν διανοίᾳ ἑκάστου , Hsch. ἔνδαες: ἐν διανοίᾳ ἑκάστου, Hsch.
ἐνδηί̈δες: αἱ Νύμφαι ἐν Κύπρῳ , Hsch. ἐνδηί̈δες: αἱ Νύμφαι ἐν Κύπρῳ, Hsch.
residing in the mind ἐνδιά-θετος,ον, A. residing in the mind(ἐν τῇ διαθέσει, opp.ἐν τῇ προφορᾷ, Porph. Abst. 3.3 ),ἐ. λόγος conception, thought, opp.προφορικὸς λ. (expression), Stoic. 2.43 , etc.; of
ἐνδια-κοσμέω , = διακοσμέω ἐν . . , Ocell. 3.1 . ἐνδια-κοσμέω, A. = διακοσμέω ἐν . . , Ocell. 3.1 .
to sneak ἐν-δύνω, see: ἐνδύω. ἐν-δύω (ἐνδύνω, 2Ti.3:6), [in LXX chiefly for לָבַשׁ ;] __1. with accusative of person(s), Mat.27:28 (WH, mg., R, mg.); with dupl. accusative, Mat.27:31, Mrk.15:20, Lu
ἐνεᾰρίζω , = ἐαρίζω ἐν . ., c. dat., Plu. 2.770b . ἐνεᾰρίζω, A. = ἐαρίζω ἐν . ., c. dat., Plu. 2.770b .
ἐνειδέσσιν: ἐν διαφοραῖς, Hsch. ἐνειδημένους: πορθήσαντας, Id. ἐνειδέσσιν: ἐν διαφοραῖς, Hsch. ἐνειδημένους: πορθήσαντας,Id.
wrap in, ἐνειλ-έω, A. wrap in, τι ὀθονίῳ Dsc. 5.72 :— Med. , τινὰ κακοῖσι Q.S. 14.294 :— Pass. ,to be enwrapped, ἐν [τῇ γῇ] Arist. Mu. 396a14 ; ἐν τῷ ἱματίῳ LXX 1 Ki. 21.9(10) ; τῃ λεοντῇ Phi
be blessed ἐν-ευλογέω, -ῶ [in LXX chiefly for בָּרַךְ ;] to bless: pass., before ἐν, Act.3:25 (LXX), Gal.3:8 (LXX) (Cremer, 770).† (AS)
ἐνευπᾰθέω , = εὐπαθέω ἐν . . , Lib. Or. 11.257 , 268 . ἐνευπᾰθέω, A. = εὐπαθέω ἐν . . , Lib. Or. 11.257 , 268 .
ἐνευσχημονέω , = εὐσχημονέω ἐν . . , Hierocl. in CA 5p.427M. ἐνευσχημονέω, A. = εὐσχημονέω ἐν . . , Hierocl. in CA 5p.427M.
ἐνευτῠχέω , = εὐτυχέω ἐν . . , Aristid. 1.111 J. ἐνευτῠχέω, A. = εὐτυχέω ἐν . . , Aristid. 1.111 J.
ἐνευφραίνομαι , = εὐφραίνομαι ἐν . . , LXX Pr. 8.31 , Ph. 1.232 , al. ἐνευφραίνομαι, A. = εὐφραίνομαι ἐν . . , LXX Pr. 8.31 , Ph. 1.232 , al.
ἐνευωχέομαι , = εὐωχέομαι ἐν . . , abs., Str. 17.1.15 . ἐνευωχέομαι, A. = εὐωχέομαι ἐν . . , abs., Str. 17.1.15 .
ἐνηδ-ῠπᾰθέω , = ἡδυπαθέω ἐν . . , Ph. 2.326 . ἐνηδ-ῠπᾰθέω, A. = ἡδυπαθέω ἐν . . , Ph. 2.326 .
ἐνηλεγής ( -είς cod.): ἐν ἐπιθυμίᾳ ὤν, Hsch. ἐνηλεῦσαι: δογματίσαι, Id. ἐνηλίαζ: ἑορτὴ τοῦ Ἐνυαλίου, Id. ἐνηλεγής(-είςcod.):ἐν ἐπιθυμίᾳ ὤν, Hsch. ἐνηλεῦσαι: δογματίσαι,Id.ἐνηλίαζ: ἑορτὴ τοῦ Ἐνυαλίου
ἐνηρεμέω , = ἠρεμέω ἐν . . , Ph. 2.140 , Hld. 1.18 . ἐνηρεμέω, A. = ἠρεμέω ἐν . . , Ph. 2.140 , Hld. 1.18 .
ἐνθρην-έω , = θρηνέω ἐν . . , Aristid. Or. 18(20).9 . ἐνθρην-έω, A. = θρηνέω ἐν . . , Aristid. Or. 18(20).9 .
ἔνκομον: ἐν τῷ μαρίῳ ἶσον θείας κελεύσεως, Hsch. ἔνκομον: ἐν τῷ μαρίῳ ἶσον θείας κελεύσεως, Hsch.
ἐνναυλοχέομαι , Dep. , = ναυλοχέω ἐν . . , D.C. 50.12 . ἐνναυλοχέομαι,Dep., A. = ναυλοχέω ἐν . . , D.C. 50.12 .
ἐνναυμᾰχέω , = ναυμαχέω ἐν . . , Plu. 2.1078d . ἐνναυμᾰχέω, A. = ναυμαχέω ἐν . . , Plu. 2.1078d .
to dwell in/with ἐν-οικέω, -ῶ [in LXX chiefly (29/36) for יָשַׁב ;] to dwell in; metaphorically, before ἐν, with dative of person(s): ὁ θεός, 2Co.6:16; τ. πνεῦμα, Rom.8:11, 2Ti.1:14; ὁ λόγος, Col.3: