Βαδρόμιος , Βαδρομιών , v. Βοηδρόμιος, Βοηδρομιών. Βαδρόμιος,Βαδρομιών, A. v. Βοηδρόμιος, Βοηδρομιών.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
Βαδρόμιος , Βαδρομιών , v. Βοηδρόμιος, Βοηδρομιών. Βαδρόμιος,Βαδρομιών, A. v. Βοηδρόμιος, Βοηδρομιών.
ἁτροπάμπαις , παιδος , dub. sens. in IG 5(1).278 , 279 ( Sparta ); cf. πρατοπάμπαις. ( ἁτρο- perh. = ἁδρο- 'mature', cf. Βατρόμιος : Βαδρόμιος. ) ἁτροπάμπαις,παιδος, dub. sens. in IG 5(1).278 , 279 (S
βοηδρόμ-ιος , ον , = βοηδρόμος , of Apollo, Call. Ap. 69 , Paus. 9.17.2 . Dor. Βαδρόμιος (sc. μήν ), name of month at Rhodes, SIG 644.19 (ii B. C.) , etc. βοηδρόμ-ιος,ον, A. = βοηδρόμος , of Apollo,