μουνώψ , v. μονώψ . Μο<>ρκορ: μυχός ( Lacon. ), Hsch. μούρρινα , τά , and μουρρίνη , ἡ , v. μόρρια . μουνώψ, A. v. μονώψ .Μο<>ρκορ: μυχός( Lacon. ), Hsch. μούρρινα,τά, andμουρρίνη,ἡ, v. μόρρια .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
μουνώψ , v. μονώψ . Μο<>ρκορ: μυχός ( Lacon. ), Hsch. μούρρινα , τά , and μουρρίνη , ἡ , v. μόρρια . μουνώψ, A. v. μονώψ .Μο<>ρκορ: μυχός( Lacon. ), Hsch. μούρρινα,τά, andμουρρίνη,ἡ, v. μόρρια .