πάνεια: κεχορτασμένη , Hsch. ; cf. πανός . πάνεια: κεχορτασμένη, Hsch. ; cf.πανός.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
πάνεια: κεχορτασμένη , Hsch. ; cf. πανός . πάνεια: κεχορτασμένη, Hsch. ; cf.πανός.
panic Πάνειος[ᾱ],ον, A. = Πανικός :πάνειον,τό, = πανικόν ,panic, Aen. Tact. 27.1 , al. (ὄνομα Πελοποννήσιον καὶ μάλιστα Ἀρκαδικόν, l.c.). II. Πᾱνεῖον,τό,sanctuary of Pan, Str. 9.1.21 , 17.1.10 , C