σαρδόνιος , v. σαρδάνιος . σάρδοντα: διαπίπτοντα , Hsch. σαρδόνιος, A. v. σαρδάνιος .σάρδοντα: διαπίπτοντα, Hsch.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
σαρδόνιος , v. σαρδάνιος . σάρδοντα: διαπίπτοντα , Hsch. σαρδόνιος, A. v. σαρδάνιος .σάρδοντα: διαπίπτοντα, Hsch.
laughter γέλως, Aeol. γέλος,ὁ, gen.γέλωτος, Att. γέλω: dat.γέλωτι, Ep. γέλωor A. γέλῳ Od. 18.100 : acc.γέλωτα, poet. (and late Prose, Polyaen. 1.34.2 ,f.l.in Palaeph. 30 )γέλων,v.infr. (acc.γέ
Mete.. Σαρδώ,ἡ, gen.όος contr. οῦς, dat.οῖ,Sardinia, Hdt. 1.170 , Ar. V. 700 ; the obl. cases are sts.Σαρδόνος, -όνι, -όνα(as if fromΣαρδών), Plb. 1.24.5 sq., 1.79.1 , etc.;Σαρδῶνοςisf.l. in Str. 2