τρῑτώ , ἡ , = κεφαλή , v. Τριτογένεια. Τρῑτώ , οῦς , ἡ , = Τριτογένεια , AP 6.194 . τρῑτώ,ἡ, A. = κεφαλή , v. Τριτογένεια. II. Τρῑτώ,οῦς,ἡ, = Τριτογένεια , AP 6.194 .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
τρῑτώ , ἡ , = κεφαλή , v. Τριτογένεια. Τρῑτώ , οῦς , ἡ , = Τριτογένεια , AP 6.194 . τρῑτώ,ἡ, A. = κεφαλή , v. Τριτογένεια. II. Τρῑτώ,οῦς,ἡ, = Τριτογένεια , AP 6.194 .
year ἔτος,εος,τό, irreg. dat. A. ἔτῃ IG 2.1059.18 :—year,τῶν προτέρων ἐτέωνin bygoneyears, Il. 11.691 ;τόδ' ἐεικοστὸν ἔ. ἐστὶν ἐξ οὗ. . 24.765 , cf. Od. 2.89 , 19.222 ; ὅτε . . ὄγδοόν μοι ἐπιπλόμε
allotted portion λάχος[ᾰ],εος,τό,(λᾰχεῖν) A. allotted portion: 1. lot, destiny, Thgn. 592 , S. Ant. 1303 (so Bothe forλέχος). 2. appointed office, A. Ch. 361 (lyr.), Eu. 334 (lyr.): pl., ib. 310 (a
third, τρίτος [ῐ], Aeol. τέρτος(v.τέρτα)η,ον, (τρεῖς) A. third, τοῖσι δ' ἐπὶ τρίτος ἦλθε Od. 20.185 , cf. 14.471 ;τρίτος αὐτόςhimselfthe third,i. e.with two others(v. αὐτός 1.6 ) τ. ἡμίδραχμον
lift ὑπεραίρω, A. liftorraise up over, εἰς τὸν ἔξω τόπον τὴν τοῦ ἡνιόχου κεφαλήν Pl. Phdr. 248a ; τὴν ὀφρῦν ὑπὲρ τοὺς κροτάφους Luc. Am. 54 ;ἑρμάτων ὑ. τὸ σκάφος overthe rocks, Philostr. VA 3.23