βαμβᾰκ-εία , ἡ , βαμβᾰκ-κεύτρια , ἡ , = φαρμακεία, -κεύτρια , Hsch. : βάμβᾰκος , ὁ , = φαρμακός (Cilic.), AB 85 . βαμβᾰκ-εία,ἡ,βαμβᾰκ-κεύτρια,ἡ, A. = φαρμακεία, -κεύτρια , Hsch. :βάμβᾰκος,ὁ, = φαρμα
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
βαμβᾰκ-εία , ἡ , βαμβᾰκ-κεύτρια , ἡ , = φαρμακεία, -κεύτρια , Hsch. : βάμβᾰκος , ὁ , = φαρμακός (Cilic.), AB 85 . βαμβᾰκ-εία,ἡ,βαμβᾰκ-κεύτρια,ἡ, A. = φαρμακεία, -κεύτρια , Hsch. :βάμβᾰκος,ὁ, = φαρμα