βείρακες: ἱέρακες , Hsch. βειρακή: ἡ ἁρπακτική , Id. βείριξ: ἔλαφος , Id. βειρόν: δασύ , Id. βείρακες: ἱέρακες, Hsch. βειρακή: ἡ ἁρπακτική, Id.βείριξ: ἔλαφος, Id.βειρόν: δασύ, Id.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
βείρακες: ἱέρακες , Hsch. βειρακή: ἡ ἁρπακτική , Id. βείριξ: ἔλαφος , Id. βειρόν: δασύ , Id. βείρακες: ἱέρακες, Hsch. βειρακή: ἡ ἁρπακτική, Id.βείριξ: ἔλαφος, Id.βειρόν: δασύ, Id.
a fugitive βέρκιος: ἔλαφος( Lacon. ), Hsch. βερκνίς: ἀκρίς, Id. (cf.βρεῦκος).βερνώμεθα: κληρωσώμεθα( Lacon. ), andβερρέαι: κληρῶσαι(prob. A. = μείρεαι ), Id.βέρρης,ου,ὁ, = δραπέτης ,a fugitive; and