βλέορον (prob. βλέθρον , cf. βέρεθρον, βέθρον ) : βάθος, δεσμωτήριον , Hsch. βλεπάζοντες: βλέποντες , Id. βλέορον(prob.βλέθρον, cf.βέρεθρον, βέθρον): βάθος, δεσμωτήριον, Hsch. βλεπάζοντες: βλέποντες,
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
βλέορον (prob. βλέθρον , cf. βέρεθρον, βέθρον ) : βάθος, δεσμωτήριον , Hsch. βλεπάζοντες: βλέποντες , Id. βλέορον(prob.βλέθρον, cf.βέρεθρον, βέθρον): βάθος, δεσμωτήριον, Hsch. βλεπάζοντες: βλέποντες,