βρουλός: πονηρός , Hsch. βροῦνος: ἐνεὸς ἢ μαινόμενος , Id. βρούξ: τράχηλος, βρόγχος , Id. βρούτιδες: γυναῖκες οὕτω καλούμεναι , Cyr. , Suid. βροῦτος , = βρῦτος , Hsch. βροῦχαλ: θερμός , Id. βρούχετος:
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
βρουλός: πονηρός , Hsch. βροῦνος: ἐνεὸς ἢ μαινόμενος , Id. βρούξ: τράχηλος, βρόγχος , Id. βρούτιδες: γυναῖκες οὕτω καλούμεναι , Cyr. , Suid. βροῦτος , = βρῦτος , Hsch. βροῦχαλ: θερμός , Id. βρούχετος:
frog, βάτρᾰχος[βᾰ],ὁ, A. frog, Batr. 6 , 18 , 59 , al., Hdt. 4.131 , etc.: prov.,ὕδωρ πίνειν βάτραχος a very frogto drink, Aristopho 10.3 ;βατράχοις οἰνοχοεῖν,of those who give what is not wanted, P
silken tunics βρύθακες, A. silken tunics, Hsch. βρύκαι: αἱ ἱεραί(leg.βρύκαιναι: ἱεραί) (Dorian), Id.βρῡκᾰνάομαι, = βρυχ- , Id.βρυκεδανός: πολυφάγος, οἱ δὲ μακρός, Id.βρυκετός, = βρυγμός , Id.βρύκος: