βρύττειν: ἐσθίειν , Hsch. ; also, = πυρέττειν , EM 216.25 ; = ὀρύττειν , Lex.Rhet. ib. 28 . βρύττιον: πόμα ἐκ κριθῆς , Hsch. βρύττειν: ἐσθίειν, Hsch. ; also, A. = πυρέττειν , EM 216.25 ; = ὀρύττειν
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
βρύττειν: ἐσθίειν , Hsch. ; also, = πυρέττειν , EM 216.25 ; = ὀρύττειν , Lex.Rhet. ib. 28 . βρύττιον: πόμα ἐκ κριθῆς , Hsch. βρύττειν: ἐσθίειν, Hsch. ; also, A. = πυρέττειν , EM 216.25 ; = ὀρύττειν