βύτανα: κόνδυλοι , Hsch. βύτθαν: τὸν ψᾶρα , Id. (fort. ψῆνα ). βυτθόν: πλῆθος , Id. βυτίνη , ἡ , = πυτίνη ( Tarent. ); also, = ἀμίς , Id. βύττος: γυναικὸς αἰδοῖον , Id. βύτανα: κόνδυλοι, Hsch. βύτθαν
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
βύτανα: κόνδυλοι , Hsch. βύτθαν: τὸν ψᾶρα , Id. (fort. ψῆνα ). βυτθόν: πλῆθος , Id. βυτίνη , ἡ , = πυτίνη ( Tarent. ); also, = ἀμίς , Id. βύττος: γυναικὸς αἰδοῖον , Id. βύτανα: κόνδυλοι, Hsch. βύτθαν