κάτορρα: ἡ καταρόα, βωμὸς ἐνόδιος ( βώμενος ἐνόδειος cod.), Hsch. κάτορρα: ἡ καταρόα, βωμὸς ἐνόδιος(βώμενος ἐνόδειοςcod.), Hsch.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
κάτορρα: ἡ καταρόα, βωμὸς ἐνόδιος ( βώμενος ἐνόδειος cod.), Hsch. κάτορρα: ἡ καταρόα, βωμὸς ἐνόδιος(βώμενος ἐνόδειοςcod.), Hsch.
βώμαξ , ᾱκος , ὁ , ἡ , = βωμολόχος , Agath. 2.30 , EM 199.2 , Suid. βῶμαξ , ᾰκος , ἡ , Dim. of βωμός , AB 85 . βώμενος: βωμός , Hsch. βώμαξ,ᾱκος,ὁ,ἡ, A. = βωμολόχος , Agath. 2.30 , EM 199.2 , Suid.