γερωνία and γερωχία , v. γερωί̈α . γερώνοιον: κοῖλον, κενόν , Hsch. γέσμα: γεῦμα , Id. γέστα: γογγυλίς , Id.:—also γεστία: ἔνδυσις , and γέστρα: στολή , Id. γέτορ: ἔτος , and γέτος: ἐνιαυτός , Id. ( γ
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
γερωνία and γερωχία , v. γερωί̈α . γερώνοιον: κοῖλον, κενόν , Hsch. γέσμα: γεῦμα , Id. γέστα: γογγυλίς , Id.:—also γεστία: ἔνδυσις , and γέστρα: στολή , Id. γέτορ: ἔτος , and γέτος: ἐνιαυτός , Id. ( γ