γερωνία and γερωχία , v. γερωί̈α . γερώνοιον: κοῖλον, κενόν , Hsch. γέσμα: γεῦμα , Id. γέστα: γογγυλίς , Id.:—also γεστία: ἔνδυσις , and γέστρα: στολή , Id. γέτορ: ἔτος , and γέτος: ἐνιαυτός , Id. ( γ
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
γερωνία and γερωχία , v. γερωί̈α . γερώνοιον: κοῖλον, κενόν , Hsch. γέσμα: γεῦμα , Id. γέστα: γογγυλίς , Id.:—also γεστία: ἔνδυσις , and γέστρα: στολή , Id. γέτορ: ἔτος , and γέτος: ἐνιαυτός , Id. ( γ
ves-, ἕννῡμιorἑννύω( Hsch. , cf.ἀμφι-, καθ-), Ion. εἵνυμι,εἱνύω(cf.ἐπι-, κατα-):fut. ἕσω(ἀμφι-) Od. 5.167 , Ep. A. ἕσσω 16.79 , etc.: Ep. aor. ἕσσα Il. 5.905 (the common form only in compd.ἀμ