γαργάλη , ἡ , = ἐρεθισμός , Erot. s.v. γαργαλισμός . γαργάλη,ἡ, A. = ἐρεθισμός , Erot. s.v. γαργαλισμός .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
γαργάλη , ἡ , = ἐρεθισμός , Erot. s.v. γαργαλισμός . γαργάλη,ἡ, A. = ἐρεθισμός , Erot. s.v. γαργαλισμός .
γαργάρται: λίθοι αὐτοφυεῖς , Hsch. γάργασις: γαργάλη ὑποσταθμοῦ , Id. γαργάρται: λίθοι αὐτοφυεῖς, Hsch. γάργασις: γαργάλη ὑποσταθμοῦ, Id.