γέγλανται: κεκοίλανται , Hsch. ; cf. γλάφω . γεγλύπωνται: ἀντεγκλείονται , Id. γεγριφώς: ὁ ταῖς χερσὶν ἀλοῶν , Id. γέγλανται: κεκοίλανται, Hsch. ; cf.γλάφω.γεγλύπωνται: ἀντεγκλείονται, Id.γεγριφώς: ὁ
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
γέγλανται: κεκοίλανται , Hsch. ; cf. γλάφω . γεγλύπωνται: ἀντεγκλείονται , Id. γεγριφώς: ὁ ταῖς χερσὶν ἀλοῶν , Id. γέγλανται: κεκοίλανται, Hsch. ; cf.γλάφω.γεγλύπωνται: ἀντεγκλείονται, Id.γεγριφώς: ὁ