γερωί̈α (i. e. γερω'ία ), ἡ , Lacon. form of γερουσία , Ar. Lys. 980 ( γερωχία codd.); cf. γερωνία , Hsch. γερωί̈α(i. e.γερω'ία),ἡ, Lacon. form ofγερουσία, Ar. Lys. 980 (γερωχίαcodd.); cf.γερωνία, Hsc
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
γερωί̈α (i. e. γερω'ία ), ἡ , Lacon. form of γερουσία , Ar. Lys. 980 ( γερωχία codd.); cf. γερωνία , Hsch. γερωί̈α(i. e.γερω'ία),ἡ, Lacon. form ofγερουσία, Ar. Lys. 980 (γερωχίαcodd.); cf.γερωνία, Hsc
γερωνία and γερωχία , v. γερωί̈α . γερώνοιον: κοῖλον, κενόν , Hsch. γέσμα: γεῦμα , Id. γέστα: γογγυλίς , Id.:—also γεστία: ἔνδυσις , and γέστρα: στολή , Id. γέτορ: ἔτος , and γέτος: ἐνιαυτός , Id. ( γ