γοῖδα (i.e. ϝοῖδα ) : οἶδα , Hsch. (prob.l.). γοίδημι: ἐπίσταμαι , Id. γοιδοῦλος: λαλιός, οἱ δὲ γοῖδα(i.e.ϝοῖδα): οἶδα, Hsch. (prob.l.).γοίδημι: ἐπίσταμαι, Id.γοιδοῦλος: λαλιός, οἱ δὲ
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
γοῖδα (i.e. ϝοῖδα ) : οἶδα , Hsch. (prob.l.). γοίδημι: ἐπίσταμαι , Id. γοιδοῦλος: λαλιός, οἱ δὲ γοῖδα(i.e.ϝοῖδα): οἶδα, Hsch. (prob.l.).γοίδημι: ἐπίσταμαι, Id.γοιδοῦλος: λαλιός, οἱ δὲ