fish γάδος, a A. fish, = ὄνος , Dorio ap. Ath. 7.315f . II. = γάνδος (q.v.).
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
fish γάδος, a A. fish, = ὄνος , Dorio ap. Ath. 7.315f . II. = γάνδος (q.v.).
ganeo γάδος, Id.γάνδομα: πυροί, ἄλευρα, Id.γάνεα: κήπους, Id. (κόπουςcod.).γανεῖν: λευκαίνειν, Id., EM 223.44 .γανῖται: δάπανοι, ἄσωτοι, Hsch. (cf. Lat. A. ganeo).
γάδιξ<ις>: ὁμολογία , Hsch. ( ϝάδ- ). γᾶδος: γάλα, ἄλλοι ὄξος , Id. γάδιξ<ις>: ὁμολογία, Hsch. (ϝάδ-).γᾶδος: γάλα, ἄλλοι ὄξος, Id.
delight, pleasure ἦδος,εος , τό(Aeolic, acc. to Hdn.Gr. 2.904 ), A. delight, pleasure,οὐδέ τι δαιτὸς ἐσθλῆς ἔσσεται ἦ. Il. 1.576 ;ἀλλὰ μίνυνθα ἡμέων ἔσσεται ἦ. 11.318 ;ἀλλὰ τί μοι τῶν ἦ.; whatdelight