δαλιοχεῖν , = παιδὶ συνεῖναι (Ambrac.); also, = μοιχεύειν , Hsch. : δαλιοχός: μοιχός, Id. δαλίς: μωρός, Id. δάλκιον: πινάκιον, Id. δάλλει: κακουργεῖ, Id. (Cf. δηλέομαι. ) δαλιοχεῖν, A. = παιδὶ συνεῖ
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
δαλιοχεῖν , = παιδὶ συνεῖναι (Ambrac.); also, = μοιχεύειν , Hsch. : δαλιοχός: μοιχός, Id. δαλίς: μωρός, Id. δάλκιον: πινάκιον, Id. δάλλει: κακουργεῖ, Id. (Cf. δηλέομαι. ) δαλιοχεῖν, A. = παιδὶ συνεῖ
all laurel-crowned πᾰν-δάλητος[prob.ᾰ],ον,(δηλέομαι, δάλλει) A. = ἐπίτριπτος , Hippon. 2 (vv. Il. πανδάληκτος, πανδαύληκτος, whence Bgk. proposesπανδαύχνητος, = πανδάφνωτος ,all laurel-crowned).
hurt, do a mischief to, δηλ-έομαι(A), Dor. δᾱλ- Theoc. 15.48 :fut. -ήσομαι:aor. ἐδηλησάμην:pf. δεδήλημαι,prob. in act. sense, E. Hipp. 175 (in pass. sense, Hdt. 4.198 , 8.100 ): I. mostly of person