δάς: ἐπὶ τοῦ πολλοῦ καὶ μεγάλου, Hsch. δᾴς , v. δαί̈ς (A). δάσασθαι , δασάσκετο , δασαίμεθα , v. δατέομαι. δάς: ἐπὶ τοῦ πολλοῦ καὶ μεγάλου, Hsch. δᾴς, A. v. δαί̈ς (A).δάσασθαι,δασάσκετο,δασαίμεθα,
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
δάς: ἐπὶ τοῦ πολλοῦ καὶ μεγάλου, Hsch. δᾴς , v. δαί̈ς (A). δάσασθαι , δασάσκετο , δασαίμεθα , v. δατέομαι. δάς: ἐπὶ τοῦ πολλοῦ καὶ μεγάλου, Hsch. δᾴς, A. v. δαί̈ς (A).δάσασθαι,δασάσκετο,δασαίμεθα,
undivided ἄδαστος,ον, (δάσασθαι) A. undivided, S. Aj. 54 ; alsoἄδατος, Hsch.
asunder, in twain, ἄνδῐχα,Adv., (ἀνά, δίχα) A. asunder, in twain, ἡ δ' [κεφαλὴ] ἄνδιχα πᾶσα κεάσθη Il. 16.412 ; ἄνδιχα πάντα δάσασθαι 18.511 ; opp.ἀμμίγδην, Nic. Th. 912 ;far away, A.R. 4.31 .
share, portion, δάσμα,ατος,τό, (δάσασθαι) A. share, portion, Hsch.
division of spoil, δασμός,ὁ, (δάσασθαι) A. division of spoil, ἤν ποτε δ. ἵκηται Il. 1.166 ; διάτριχα δ. ἐτύχθη h.Cer. 86 . II. tribute, Isoc. 10.27 ;σκληρᾶς ἀοιδοῦ δ. tribute paidto her, S. OT
divide among themselves, δᾰτ-έομαι Il. 18.264 , etc., irreg.inf. δατέασθαι( A. v.l. -έεσθαι ) Hes. Op. 767 :fut. δάσομαι( κατα-̓ Il. 22.354 (tm.):aor. ἐδασάμην, δασσάμην Od. 14.208 , Il. 1.368
πρέπ-ω , impf. ἔπρεπον, which were the tenses chiefly in use: fut. πρέψω A. Eu. 995 (anap.), Pl. Plt. 269c , 288c : aor. ἔπρεψα Id. Chrm. 158c :— prop. of impressions on the senses, on the eye, to be