διρκαία , ἡ , = κιρκαία , Dsc. 3.119 : δίρκαιον , τό , = δαῦκος , Ps.- Dsc. 3.72 ; = στρύχνον ὑπνωτικόν , Id. 4.72 . δίρκος , ὁ , = φθείρ 111 , Paus. Gr. Fr. 131 . διρκαία,ἡ, A. = κιρκαία , Dsc. 3.1
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
διρκαία , ἡ , = κιρκαία , Dsc. 3.119 : δίρκαιον , τό , = δαῦκος , Ps.- Dsc. 3.72 ; = στρύχνον ὑπνωτικόν , Id. 4.72 . δίρκος , ὁ , = φθείρ 111 , Paus. Gr. Fr. 131 . διρκαία,ἡ, A. = κιρκαία , Dsc. 3.1
that which flows, current, stream ῥεῦμα,ατος,τό, (ῥέω) A. that which flows, current, stream, A. Pr. 139 (anap.), X. HG 4.2.11 ;μειλιχίων ποτῶν ῥ. S. OC 160 (lyr.); ἐλαίου ῥ. ἀψοφητὶ ῥέοντος Pl. Tht.