δάοχος: μοιχός, Hsch. ; cf. δαλιοχός. δάοχος: μοιχός, Hsch. ; cf.δαλιοχός.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
δάοχος: μοιχός, Hsch. ; cf. δαλιοχός. δάοχος: μοιχός, Hsch. ; cf.δαλιοχός.
δαλιοχεῖν , = παιδὶ συνεῖναι (Ambrac.); also, = μοιχεύειν , Hsch. : δαλιοχός: μοιχός, Id. δαλίς: μωρός, Id. δάλκιον: πινάκιον, Id. δάλλει: κακουργεῖ, Id. (Cf. δηλέομαι. ) δαλιοχεῖν, A. = παιδὶ συνεῖ