δανές: ἀληθὲς ἢ δῶρον ἢ μερίδα ἢ ἰσχύν, γέρας ἢ δάνειον, Hsch. δανήλοφα , = μακροτράχηλα or ὑψηλοτράχηλα, Id. (i.e. ταν- ). δανές: ἀληθὲς ἢ δῶρον ἢ μερίδα ἢ ἰσχύν, γέρας ἢ δάνειον, Hsch. δανήλοφα,
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
δανές: ἀληθὲς ἢ δῶρον ἢ μερίδα ἢ ἰσχύν, γέρας ἢ δάνειον, Hsch. δανήλοφα , = μακροτράχηλα or ὑψηλοτράχηλα, Id. (i.e. ταν- ). δανές: ἀληθὲς ἢ δῶρον ἢ μερίδα ἢ ἰσχύν, γέρας ἢ δάνειον, Hsch. δανήλοφα,
high-necked, ὑψηλο-τράχηλος [ᾰ],ον, A. high-necked, Hsch. s.v. δανήλοφα.