δάς: ἐπὶ τοῦ πολλοῦ καὶ μεγάλου, Hsch. δᾴς , v. δαί̈ς (A). δάσασθαι , δασάσκετο , δασαίμεθα , v. δατέομαι. δάς: ἐπὶ τοῦ πολλοῦ καὶ μεγάλου, Hsch. δᾴς, A. v. δαί̈ς (A).δάσασθαι,δασάσκετο,δασαίμεθα,
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
δάς: ἐπὶ τοῦ πολλοῦ καὶ μεγάλου, Hsch. δᾴς , v. δαί̈ς (A). δάσασθαι , δασάσκετο , δασαίμεθα , v. δατέομαι. δάς: ἐπὶ τοῦ πολλοῦ καὶ μεγάλου, Hsch. δᾴς, A. v. δαί̈ς (A).δάσασθαι,δασάσκετο,δασαίμεθα,
divide among themselves, δᾰτ-έομαι Il. 18.264 , etc., irreg.inf. δατέασθαι( A. v.l. -έεσθαι ) Hes. Op. 767 :fut. δάσομαι( κατα-̓ Il. 22.354 (tm.):aor. ἐδασάμην, δασσάμην Od. 14.208 , Il. 1.368
διαδᾰτέομαι , aor. διεδασάμην Pi. (v. infr.): in reciprocal sense, divide among themselves, διὰ κτῆσιν δατέοντο Il. 5.158 , Hes. Th. 606 , cf. Pi. O. 1.51 ; δ. τὴν ληί̈ην Hdt. 8.121 . in act.sense, di