δευτερ-ῳδέομαι , δευτερ-ῳδία , v. δευτεροδέομαι, -οδία. δευτερ-ῳδέομαι,δευτερ-ῳδία, A. v. δευτεροδέομαι, -οδία.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
δευτερ-ῳδέομαι , δευτερ-ῳδία , v. δευτεροδέομαι, -οδία. δευτερ-ῳδέομαι,δευτερ-ῳδία, A. v. δευτεροδέομαι, -οδία.