δωδεκάρχης , ου , ὁ , v. δωδεκάδαρχος :—also δωδεκά-αρχος , Hsch. s.v. δεκαδάρχαι . δωδεκάρχης,ου,ὁ, A. v. δωδεκάδαρχος :—alsoδωδεκά-αρχος, Hsch. s.v. δεκαδάρχαι .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
δωδεκάρχης , ου , ὁ , v. δωδεκάδαρχος :—also δωδεκά-αρχος , Hsch. s.v. δεκαδάρχαι . δωδεκάρχης,ου,ὁ, A. v. δωδεκάδαρχος :—alsoδωδεκά-αρχος, Hsch. s.v. δεκαδάρχαι .