εἰκλεῖ: δειπνεῖ , and εἶκλον: δεῖπνον , Hsch. ; cf. αἶκλον . εἰκνεῖται: ἄλλος αὐτὸν εἰσφέρει , Id. εἰκλεῖ: δειπνεῖ, andεἶκλον: δεῖπνον, Hsch. ; cf.αἶκλον.εἰκνεῖται: ἄλλος αὐτὸν εἰσφέρει, Id.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
εἰκλεῖ: δειπνεῖ , and εἶκλον: δεῖπνον , Hsch. ; cf. αἶκλον . εἰκνεῖται: ἄλλος αὐτὸν εἰσφέρει , Id. εἰκλεῖ: δειπνεῖ, andεἶκλον: δεῖπνον, Hsch. ; cf.αἶκλον.εἰκνεῖται: ἄλλος αὐτὸν εἰσφέρει, Id.