εἷο , v. οὗ . εἶοι: ὀσπρίων τὰ καθάρσια , Hsch. ; cf. εἰαί . εἷος , v. ἕως . εἰπάδεον: ἐπίπονον , Id. (Fort. εἰπαλέον , cf. εἶπος .) εἷο, A. v. οὗ .εἶοι: ὀσπρίων τὰ καθάρσια, Hsch. ; cf.εἰαί.εἷος, v
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
εἷο , v. οὗ . εἶοι: ὀσπρίων τὰ καθάρσια , Hsch. ; cf. εἰαί . εἷος , v. ἕως . εἰπάδεον: ἐπίπονον , Id. (Fort. εἰπαλέον , cf. εἶπος .) εἷο, A. v. οὗ .εἶοι: ὀσπρίων τὰ καθάρσια, Hsch. ; cf.εἰαί.εἷος, v