εἰρητής: αἴτιος , Hsch. εἰρίνεος , εἴριον , v. ἐρίνεος, ἔριον . εἰρητής: αἴτιος, Hsch. εἰρίνεος,εἴριον, A. v. ἐρίνεος, ἔριον .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
εἰρητής: αἴτιος , Hsch. εἰρίνεος , εἴριον , v. ἐρίνεος, ἔριον . εἰρητής: αἴτιος, Hsch. εἰρίνεος,εἴριον, A. v. ἐρίνεος, ἔριον .