εἵνυμι or εἰνᾰ-ύω , v. καταέννυμι . εἴξασι , v. ἔοικα : εἴξασκε , v. εἴκω . εἵνυμιorεἰνᾰ-ύω, A. v. καταέννυμι .εἴξασι, v. ἔοικα :εἴξασκε, v. εἴκω .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
εἵνυμι or εἰνᾰ-ύω , v. καταέννυμι . εἴξασι , v. ἔοικα : εἴξασκε , v. εἴκω . εἵνυμιorεἰνᾰ-ύω, A. v. καταέννυμι .εἴξασι, v. ἔοικα :εἴξασκε, v. εἴκω .
give way, retire εἴκω, Il. 12.48 , etc.:impf. A. εἶκον 16.305 (ὑπό-), Hdt. 8.3 :fut. εἴξω Th. 1.141 , etc.:aor. 1 εἶξα Il. 24.718 , etc., poet.ἔειξαor ἔϝειξα Alcm. 31 , Ion. εἴξασκε Od.