εἵνυμι or εἰνᾰ-ύω , v. καταέννυμι . εἴξασι , v. ἔοικα : εἴξασκε , v. εἴκω . εἵνυμιorεἰνᾰ-ύω, A. v. καταέννυμι .εἴξασι, v. ἔοικα :εἴξασκε, v. εἴκω .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
εἵνυμι or εἰνᾰ-ύω , v. καταέννυμι . εἴξασι , v. ἔοικα : εἴξασκε , v. εἴκω . εἵνυμιorεἰνᾰ-ύω, A. v. καταέννυμι .εἴξασι, v. ἔοικα :εἴξασκε, v. εἴκω .
ves-, ἕννῡμιorἑννύω( Hsch. , cf.ἀμφι-, καθ-), Ion. εἵνυμι,εἱνύω(cf.ἐπι-, κατα-):fut. ἕσω(ἀμφι-) Od. 5.167 , Ep. A. ἕσσω 16.79 , etc.: Ep. aor. ἕσσα Il. 5.905 (the common form only in compd.ἀμ